Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Ζήσης Αϊναλής «Τα παραμύθια της έρημος»

Το να    επιχειρείς να δαμάσεις την παραίσθηση, να την υποτάξεις   και     να τη συντάξεις στις   αναλογίες του ποιητικού λόγου  ...

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Οι Φιλολογικές Ματιές παρουσιάζουν δέκα υπέροχα ποιήματα για τη νεότητα

Δέκα ποιήματα για την περίοδο που η χίμαιρα γίνεται συγκάτοικος της ψυχής του ανθρώπου. Για το ξάναμμα και την αναπάντεχη επαφή με την τραχύτητα. Για το ανάβρυσμα των ορμονών και των νοημάτων που ασφυκτιούν μέσα στο κεφάλι και περιμένουν την έξοδο. Η επιλογή των ποιημάτων έγινε από τους Κώστα Τσιαχρή, Μαρίνο Μισόκαλο και Άντη Μαραγκίνη. Στη θέση αυτών θα μπορούσαν να βρίσκονται άλλα τόσα αντιπροσωπευτικά του ίδιου θέματος...Και κατά έναν ειρωνικό τρόπο επιλέξαμε να "μιλήσουν" για τη νεότητα ποιητές και ποιήτριες μιας περασμένης γενιάς .


1. Νικηφόρος  Βρεττάκος    Το  λυπημένο τραγούδι της νιότης μου



Είμαι κι εγώ
μια μικρή λεπτομέρεια
μέσα στην τραγική
ιστορία του σύμπαντος.
Τα κύτταρά μου διεχώρισα
σε άπειρα πολλοστημόρια
για να τ’ αγαπήσω όλα
όσα κινούνται στη γη,
όσα στων θαλασσών τα βάθη αναπαύονται
κι όσα στ’ αχανή μού διαφεύγουν.
Μα δε βρέθηκε τίποτε
μέσα στ’ άπειρα πλάσματα
μιαν αχτίδα τού ήλιου
να μου βάλει στο μέτωπο.

Χάνομαι τόσο νωρίς
στη γλαυκή απεραντοσύνη
γιατί δε μ’ αγάπησε τίποτε.



2. Γιάννης  Κουβαράς    Σόλωνος 


μια  χλωρίδα  αθανασίας
διασχίστε την
τα ζεστά μεσημέρια του Απρίλη
καθώς εκχυλίζει ο χείμαρρος
των φοιτητών και φοιτητριών
ναυαγείστε στο ρεύμα  του
ξεπλυθείτε
καθαρίστε  τις αισθήσεις σας
στα ιαματικά ύδατα

της αιώνιας  Νεότητας

3. Μαρία   Πόθου     Ηδονική  νεότητα 



Δεν είναι πια το σώμα ή η μορφή που αγαπήσαμε σ’ εκείνη
       την ηδονική νεότητα
Και ούτε οι ονομασίες των δρόμων ή των σταθμών που ταξιδέψαμε
Με τον άγγελο να μας γνέφει πίσω απ’ το τζάμι της βροχής.
Είναι ο αγέρας που φυσά μες στις βαθιές
Στις άγριες ραγισματιές π’ άνοιξε ο χρόνος
Κι είναι η άβυσσος που βρυχιέται γύρω μας
Όρθια ξέσκεπη άβυσσος
Όπου ηχούν ακόμα οι πέτρες που έριξα
Να την πατώσω.
Το σώμα μου κρατάει ακέραιη την ηδονή εκείνη
Μεσ’ σε δωμάτια
Που προεξέχουν μια σπιθαμή από τη μνήμη
Και με παιδεύουν με των κεριών τους το ημίφως

Δωμάτια παρατημένα να τα μετρούν οι καταιγίδες
Ξέρω, ήταν λίγο πριν απ’ τη μικρή αιωνιότητά μας
Λίγο πριν σημάνει για το τραγούδι
Δεν είχα δει το μνήμα που ανάβλυζε σκοτεινό μέσα μου
Να αιχμαλωτίσει το χρόνο
Δεν είχα δει το πέρασμα του αγγέλου.  

4. Κωνσταντίνος   Καβάφης  Δυο νέοι  23 έως 24 ετών 


Aπ’ τες δεκάμισυ ήτανε στο καφενείον,
και τον περίμενε σε λίγο να φανεί.
Πήγαν μεσάνυχτα— και τον περίμενεν ακόμη.
Πήγεν η ώρα μιάμισυ· είχε αδειάσει
το καφενείον ολοτελώς σχεδόν.
Βαρέθηκεν εφημερίδες να διαβάζει
μηχανικώς. Aπ’ τα έρημα, τα τρία σελίνια του
έμεινε μόνον ένα: τόση ώρα που περίμενε
ξόδιασε τ’ άλλα σε καφέδες και κονιάκ.
Κάπνισεν όλα του τα σιγαρέτα.
Τον εξαντλούσε η τόση αναμονή. Γιατί
κιόλας μονάχος όπως ήταν για ώρες, άρχισαν
να τον καταλαμβάνουν σκέψεις οχληρές
της παραστρατημένης του ζωής.

Μα σαν είδε τον φίλο του να μπαίνει— ευθύς
η κούρασις, η ανία, η σκέψεις φύγανε.

Ο φίλος του έφερε μια ανέλπιστη είδησι.
Είχε κερδίσει στο χαρτοπαικτείον εξήντα λίρες.

Τα έμορφά τους πρόσωπα, τα εξαίσιά τους νειάτα,
η αισθητική αγάπη που είχαν μεταξύ τους,
δροσίσθηκαν, ζωντάνεψαν, τονώθηκαν
απ’ τες εξήντα λίρες του χαρτοπαικτείου.

Κι όλο χαρά και δύναμις, αίσθημα κι ωραιότης
πήγαν— όχι στα σπίτια των τιμίων οικογενειών τους
(όπου, άλλωστε, μήτε τους θέλαν πια):
σ’ ένα γνωστό τους, και λίαν ειδικό,
σπίτι της διαφθοράς πήγανε και ζητήσαν
δωμάτιον ύπνου, κι ακριβά πιοτά, και ξαναήπιαν.

Και σαν σωθήκαν τ’ ακριβά πιοτά,
και σαν πλησίαζε πια η ώρα τέσσερες,
στον έρωτα δοθήκαν ευτυχείς. 

5. Ντίνος   Χριστιανόπουλος       Σοδομίτες  



Αν μια χορδή μονάχα στην καρδιά σας
δεν είχε σπάσει, όμοια με τις άλλες,
κι απέμενε για να ξυπνάει κάποτε
την τρυφεράδα μες στις πρόστυχές σας νύχτες,
τότε κι οι άγγελοι θα φρόντιζαν για σας,
σαν τις καλές μητέρες, ν’ απαλύνουν
τον πόνο σας, και θα ‘τρεμε το χέρι τους
όταν θα ράντιζαν τα σπίτια σας με θειάφι,
και το δαυλί θα πέρναγε από χέρι
σε χέρι, τι κανενός δεν θα το πήγαινε η καρδιά. Όμως
τώρα που δεν αφήσατε κανένα
έφηβο αγνό στη γειτονιά σας, κι όλους
τους μελαψούς, με τη σκληρή ομορφιά, τους κάνατε
θεούς και τρέχετε μαζί τους, για μια νύχτα,
στα Γόμορα με τα φτηνά τα πανδοχεία,
σαν ποια καρδιά να σπλαχνιστεί την πόρωσή σας;Οι τρεις ωραίοι νέοι, που ζητάτε,
σα λυσσασμένοι κάτω απ’ το μπαλκόνι μου,
να τους ριχτείτε μόλις σας ανοίξω,
αν ξέρατε γιατί ήρθαν, θε να τρέχατε
έντρομοι στις γυναίκες σας, που τις στερήσατε
χρόνια την ευτυχία να γίνουνε μητέρες.
Οι τρεις ωραίοι νέοι που τιμήσαν
το σπίτι μου, στα γαλανά τους μάτια
φέρνοντας κάτι απ’ την ουράνια ομορφιά,
ήρθαν για μένα, τον αγνό, που είκοσι χρόνια
έζησα μες στη στέρηση κι ολοκληρώθηκα
μέσα στην προσμονή.
Οι τρεις ωραίοι νέοι, που απειλείτε
να με κορώσετε αν δεν σας τους δώσω,
αυτοί θα σας κορώσουν· γιατί, αλήθεια, πού ακούστηκε,
το κάλλος τους τ’ αγγελικό να σπιλωθεί
από τα χέρια σας τα διεστραμμένα;Βλέπω
το Θεό στο κάθε άστρο να μοιράζει
κι από μια φλόγα, κι η αυγή δε θέλει
πολύ για νά ‘ρθει ακόμα.
Ποιος σας φταίει;
Σεις δεν κρατήσατε ούτε τα προσχήματα
που, όσο να πεις, κάτι δίνουν κι αυτά.

6. Τάσος   Λειβαδίτης     Εφηβεία



Είναι κάτι βράδια που μόνον ένας στεναγμός μας χωρίζει απ’ τον Παράδεισο
κι άλλοτε ανατέλλει η σελήνη απ΄το λόφο σα μεγάλη ευτυχία
περοπλανήσεις στη νύχτα κι οι γρίλιες απ΄όπου μισοείδαμε το εσώ-
ρουχο μιας γυναίκας που κοιμόταν
κι άξαφνα στη στροφή του δρόμου η θλίψη ενός φανοστάτη μας
πλημμύριζε με δάκρυα.
Κανείς δε μας περίμενε όταν γυρίσαμε

7. Ζωή   Καρέλλη                Ο έφηβος  των Αντικυθήρων 


Ηρθα για σένα πάλι.
Προχωρώντας πρόσεξα αρκετά
Τα κορινθιακά αγγεία,
Μου έκαναν, βέβαια, εντύπωση
Για τη χάρη του σχήματος και των σχεδίων.
Συλλογίστηκα τη σφύζουσα ζωή
Της φημισμένης πολιτείας. Υστερα,
Επίτηδες σχεδόν, απόμενα στις αίθουσες,
Οπου το φως έχει κάτι το υδάτινο.
Δεν ξέρω αν τούτο οφείλεται
Στων τοίχων την απόχρωση
Ή στην ακινησία των εκθεμάτων,
στο γυαλί απ' τις προθήκες.
Απόμενα λοιπόν,
Κρατώντας την αναμονή της παρουσίας σου,
Χαρά.

Για λίγο με σταμάτησε ο Κροίσος
"στήθι και οίκτιρον...ώλεσε θούρος Αρης".
Στην κίνηση, στη θέση των χεριών,
Ιδιαίτερη στροφή πρόδινε την ψυχή
Που απόμενε ακόμα εκεί
Κι' έδινε τη συγκρατημένη θέληση
Του σώματος προς τα εμπρός.
Θρους φανταστικός της ζωής των αγαλμάτων,
Οταν μπορέσει να συλλάβει ο τεχνίτης
Την καίρια στιγμή...
Μοναδική στιγμή εσύ,

Υπέροχε, δεν είσαι μονάχα
Ο έφηβος της τέλειας καλλονής,
Της ακτινόβολης νεότητας,
Ο αρμονικός στο σχήμα της μουσικής των μελών,
Ο τη στάση του έχων και κρατών
Στη φυσική του δύναμη κι επιβολή,
Οπως η πέτρα ή το φυτό
Που υπάρχουν απλά και τέλεια μαζί,

Εκταση των χεριών σε ισορροπία ιδανική,
Θεία γραμμή,
Αδιάφθορη αγνότητα του συλληφθέντος χρόνου,
Της αφθαρσίας μειλίχιο πρόσωπο,
Υψωση της φθαρτής μας στάσης.

Πραγματικότητα και μαγεία,
Λεία της ζωής επιφάνεια,
Κολπούμενη, καμπυλωμένη
Από την κρυμμένη μέσα σου ορμή,
Συγκρατημένη κι' οδηγούμενη.

Προσφορά και της ύπαρξης παραδοχή,
Σε κίνηση μαζί κι' ακινησία,
Σαν ζύγισμα βασιλικού πουλιού.

Γεννήθηκες
Πριν από το δίδαγμα της αμαρτίας.
Είσαι εκείνη του πνεύματος η παροχή
Που σβήνει την ακόρεστη στέρηση
Κι' εκμηδενίζει την απληστία.
Επιθυμείς και μένεις έτοιμος να στερηθείς.
Από πάνω σου γλιστρά
Η κάθε ξένη προς το σχήμα σου διάθεση.
Ζητάς της ψυχής το τίμημα
Κι' εσύ το χαρίζεις, σώμα ζωντανό και γαλήνιο.

Συνάντηση λιτή με το απόλυτο,
Γυμνό μυστήριο.
Μορφή γλυτωμένη απ' την ανάγκη.
Μουσική του ενός ήχου υψώνεσαι
Θεία ικανότητα δοσμένη ανθρώπινα.

Δεν σε παίδεψε η αγάπη
Που είναι αμφιβολία,
Καημός κι' υποταγή οδυνηρή
Κι' ας έχεις στο βλέμμα
Τη θαυμάσια ανθρώπινη μελαγχολία,

Εργο του ανθρώπου εσύ,
Εκείνου που αγάπησε τη ζωή του
Σε δόξα αγέρωχη και σεμνή.

8. Μανόλης   Αναγνωστάκης   Ήτανε  νέοι


Οἱ δρόμοι ἦταν σκοτεινοὶ καὶ λασπωμένοι
τὸ πιάτο στὸ τραπέζι λιγοστό,
τὸ φιλὶ στὸ κατώφλι ἦταν κλεφτὸ
καὶ ἔρωτες μέσα στὶς καρδοῦλες κλειδωμένοι
Ἤτανε νέοι ἤτανε νέοι, ἦταν παιδιὰ
καὶ ἔτυχε νά ῾ναι καὶ καλὴ σοδειὰ
Τὰ βράδια ξενυχτοῦσαν στὰ ὑπόγεια,
καὶ σβάρνα ὁλημερὶς στὶς γειτονιὲς
ἄχ! τὰ σοκάκια ἐκεῖνα κι οἱ γωνιὲς
σφιχτὰ ποὺ φυλάξαν τὰ τίμια λόγια
Ἤτανε νέοι ἤτανε νέοι, ἦταν παιδιὰ
καὶ ἔτυχε νά ῾ναι καὶ καλὴ σοδειὰ
Δὲν ξέρανε πατέρα, μάνα σπίτι, μάνα σπίτι
ἕναν δὲν δίναν γιὰ τὸ σήμερα παρᾶ
δὲ ρίχνανε δραχμὲς στὸν κουμπαρᾶ
δὲν κράταγαν μεζούρα καὶ διαβήτη
Ἤτανε νέοι ἤτανε νέοι, ἦταν παιδιὰ
καὶ ἔτυχε νά ῾ναι καὶ καλὴ σοδειά

9. Κώστας    Καρυωτάκης     Τι νέοι που φτάσαμεν  εδώ 


«Tι νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλος
του κόσμου, δώθε απ’ τ’ όνειρο και κείθε από τη γη!
Όταν απομακρύθηκεν ο τελευταίος μας φίλος,
ήρθαμε αγάλι σέρνοντας την αιωνία πληγή.

Mε μάτι βλέπουμε αδειανό, με βήμα τσακισμένο
τον ίδιο δρόμο παίρνουμε καθένας μοναχός,
νιώθουμε τ’ άρρωστο κορμί, που εβάρυνε, σαν ξένο,
υπόκωφος από μακριά η φωνή μας φτάνει αχός.

H ζωή διαβαίνει, πέρα στον ορίζοντα σειρήνα,
μα θάνατο, καθημερνό θάνατο και χολή
μόνο, για μας η ζωή θα φέρει, όσο αν γελά η αχτίνα
του ήλιου και οι αύρες πνέουνε. Kι είμαστε νέοι, πολύ

νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα, σ’ ένα βράχο,
το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά,
χάνεται και ρωτιόμαστε τι να ‘χουμε, τι να ‘χω,
που σβήνουμε όλοι, φεύγουμ’ έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά!»

10. Ηλίας   Σιμόπουλος      Εφηβεία  


Τι όμορφο που ήτανε
το παραμύθι της άνοιξης
τα κυριακάτικα πρωινά
με τις καμπάνες του 'Αη-Σπυρίδωνα
σε μιαν εξαίσια μουσική συναυλία-
όταν ανεβαίναμε
τα μαρμάρινα σκαλοπάτια
όταν κατεβαίναμε
τους κήπους με τις τριανταφυλλιές
όταν δεν υπήρχε χτες
ούτε σήμερα
ούτε αύριο
παρά μονάχα τα ηλιοκαμένα μας σώματα
με τα πλατιά στέρνα, τα γερά μπράτσα
τα εφηβικά μας όνειρα
που δεν υποψιάζουνταν τα δόντια της φθοράς
ο δίχως σύνορα ουρανός
κι ο στρατηλάτης άνεμος
που 'φερνε τα μηνύματα
μιας άνοιξης αιώνιας
Τι όμορφο που ήτανε
το παραμύθι της άνοιξης!



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου