Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Ζήσης Αϊναλής «Τα παραμύθια της έρημος»

Το να    επιχειρείς να δαμάσεις την παραίσθηση, να την υποτάξεις   και     να τη συντάξεις στις   αναλογίες του ποιητικού λόγου  ...

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Ένα μικρό σχόλιο πάνω στο διήγημα του Θοδωρή Ρακόπουλου "Το εκκρεμές"



 Το εκκρεμές στον τοίχο χτυπά έξι το απόγευμα, έξι ίδιες, άδειες φορές. Πριν από τρεις ακριβώς ώρες, όταν το κατάστημα θα έκλεινε, σας έστειλε η μάνα σας να πάτε να αγοράσετε κρεμμύδια για το βραδινό μαγείρεμα. Θα έκανε το αγαπημένο σας στιφάδο και χρειαζόταν τα ειδικά, μικρά κρεμμύδια, αυτά που σας κάνουν πάντα εντύπωση, όπως λέτε, τυλιγμένα σε κόκκινα δίχτυα. Στο μανάβικο, η κυρία Μπέμπα, η τόσο συμπαθητική στη γειτονιά, φορούσε μια μπλου ποδιά τούτη τη φορά. Το σχολιάσατε, και την κάνατε να γελάσει και να παρατηρήσει το πόσο περήφανοι θα είναι οι γονείς σας με τη συνεχή σας πρόοδο, και πως άλλα παιδιά στην ηλικία σας δεν έχουν καταφέρει να είναι τόσο καλά με τους γονείς και τη γειτονιά. Μάλιστα, μέσα από τις κουρτίνες που οδηγούν στο δωματιάκι, πίσω από την ταμειακή μηχανή, ακούστηκε η φωνή του κυρίου της κυρίας Μπέμπας (δεν μπορείτε να θυμηθείτε το όνομά του, όσο κι αν προσπαθήσετε), που επικρότησε αυτή την αλήθεια: «για όλη την κοινότητα».
     Χαμογελάσατε και δώσατε στην κυρία Μπέμπα το χαρτί όπου η μάνα σας έχει σημειώσει ακριβώς τι επιθυμεί. Είναι λίγο τσαλακωμένο, αφού παίζατε μαζί του στην παλάμη σας σε όλη τη διαδρομή μέχρι το μανάβικο, αλλά ακόμη ευανάγνωστο.
    Ο κύριος Νικολάου μπήκε στο μανάβικο, όσο η Μπέμπα (όπως την περιγράφετε –χωρίς το «κυρία»– στους φίλους σας, που γελούν) σας έδινε τα ρέστα από το χιλιάρικο. Φορούσε την ίσια του ρεντιγκότα, αυτή που πάντα φορούσε στην τάξη, από τότε που θυμάστε, κι ένα ελαφρά πλατύγυρο καπέλο. Στο γείσο του θα μπορούσαν να έλθουν πουλιά να περιμένουν κάτι, για λίγο – αλλά θα ήταν πουλιά μικρά κι οπωσδήποτε μαύρα, όπως λέτε.
    Σας κοίταξε (ή σας φάνηκε πως σας κοίταξε) πίσω από τους χοντρούς μυωπικούς φακούς του, που πάντα φαίνονταν να βαραίνουν τη λεπτή, μακριά μύτη του˙ σας αναγνώρισε κι αμέσως χαμογέλασε διάπλατα˙ σας φάνηκε περισσότερο στην Μπέμπα, παρά σε εσάς. Αγόρασε, ενώ σας ρωτούσε για το πώς είναι τα πράγματα στο σπίτι, πάντα χαμογελώντας, αυτή τη φορά κοιτώντας σας στα μάτια, αγόρασε λοιπόν ένα πακέτο τσιγάρα μάρκας «Δελφοί». Δεν είχατε μετακινηθεί, διότι βρήκατε πιο σωστό να ακινητείτε όσην ώρα σας μιλά, για να του δείχνετε τον σεβασμό σας˙ μα σύντομα βρεθήκατε να σας παραχωρεί την προτεραιότητα ύστερα από ένα après vous (γαλλικά), για να περάσετε, μέσα από τις γρίλιες, έξω από το μανάβικο και προς το πνιγηρό πεζοδρόμιο. «Πύρωνε θείος Ιούλιος μήνας», είπε ο κύριος Νικολάου, γελώντας˙ σας φαινόταν, όσο ποτέ, ένας άνθρωπος που δεν ίδρωνε ποτέ, κι αυτό σας ήταν ευχάριστο στη σκέψη. Αναρωτηθήκατε τότε για τη ρεντιγκότα, κι αυτός, ερμηνεύοντας το βλέμμα σας, με ένα ακόμη γελάκι, εξήγησε πως δεν τον πείραζε ποτέ η ζέστη, δεν την ένιωθε.
     Σας φάνηκε κι αυτό ιδιαίτερο και θυμηθήκατε πώς από πάντα σάς έδινε αυτή την αίσθηση. Τότε προσφέρθηκε να κουβαλήσει τις δύο αρμαθιές, όπως λέτε, τα κρεμμύδια που πήρατε (καθεμιά στο κόκκινο δίχτυ) και τις πήρε στα μακριά χέρια του, για να μην κουραστείτε μέσα στη ζέστη. Προχωρούσατε δίπλα δίπλα, δίπλα από τον κύριο Νικολάου για ώρα, ενώ σας εξηγούσε για την τελευταία του εφεύρεση. Είχατε νιώσει άσχημα που δεν γνωρίζατε πως ήταν εφευρέτης, μολονότι είχε διδάξει στο σχολείο παλιά. Έπρεπε να το είχατε καταλάβει πως ένας άνθρωπος με τέτοιο καπέλο και με αυτά τα τσιγάρα που –λέτε– δεν είχατε ξαναδεί, θα έπρεπε, στις μοναχικές του ώρες, να κάνει κάτι φοβερά δημιουργικό.
      Τώρα λοιπόν, βρίσκεστε, βρήκατε τον εαυτό σας, όπως λέτε, στο σαλόνι, που είναι δροσερό, και μυρίζει μια καθαριότητα πολύ παλιά, όχι συνθετική, σαν λουλάκι˙ στο σπίτι του κυρίου Νικολάου. Το πάτωμα είναι ξύλινο, από πολύ γερό –έτσι φαίνεται, έτσι σας φαίνεται– ξύλο. Θέλετε να πιστέψετε, για να παίξετε, πως είναι καρυδιάς ή καστανιάς˙ οι λέξεις σάς θυμίζουν την καρδιά ή τα καστανά μαλλιά: τα ονόματα που σας φωνάζει η μάνα σας – καστανό μου και καρδιά μου.
Ο κύριος Νικολάου ετοιμάζει τη σουμάδα και τον χυμό μήλου, που του παραγγείλατε, στην κουζίνα, εδώ και λίγην ώρα. Δεν ξέρετε πού βρίσκεται η κουζίνα, αλλά τη φαντάζεσθε κίτρινη, υγρή. Με ένα ψυγείο να γρυλίζει αργά κι ενίοτε να γελά λίγο, σαν τις ύαινες στα ντοκιμαντέρ. Αναρωτιέστε αν θα βρει να φέρει και τα δύο μπισκότα τζίντζερ, που ζητήσατε (τα άλλα, τα αφεψήματα όπως λέτε, ήταν δική του ιδέα). Στην πραγματικότητα, θα θέλατε απλά παγωτό – αλλά δίπλα στον κύριο Νικολάου δεν αισθανόσασταν το καλοκαίρι˙ και στο σαλόνι του, με τις παλιές κορνίζες (μία ήταν άδεια, χωρίς από μέσα ζωγραφιά), υπήρχε μια τέτοια δροσιά που εξέπεμπαν οι τοίχοι, που νιώθατε πως ένα (δυο) μπισκότα τζίντζερ θα ήταν ό,τι έπρεπε.
    Το παλιό ξύλινο εκκρεμές χτυπά μια φορά: στις πεντέμισι. Το εκκρεμές έχει παλιό ξύλο, από μαόνι, έχετε ακούσει να εξηγούν. Η λέξη σάς θυμίζει το φαραόνι, τη φραγκόκοτα, και στη συνέχεια τη Γαλλία και τη λέξη κοκέτα.
     Ο κύριος Νικολάου, στην πολυθρόνα του απέναντί σας, σας ρωτά διάφορα, για το σχολείο, το νέο σχολείο όπου πηγαίνατε, αν και καταλαβαίνει ότι δεν είναι σχολείο με την έννοια που καταλαβαίνει αυτός. Σας παρακαλεί να φάτε τα μπισκότα τζίντζερ, που κάθονται σε δύο μικροσκοπικά πιατάκια, που ίσα που τα χωρούν, μπροστά σας. Έχει φέρει και μία μόνο χαρτοπετσέτα. Παρατηρεί με εντύπωση πως, ενώ ζητήσατε τα μπισκότα, στην ουσία «ρουφήξατε τα αφεψήματα που ο ίδιος πρότεινε», όπως είπε, αλλά δεν αγγίξατε τα μπισκότα, τα οποία εσείς ο ίδιος ζητήσατε. Θα ήθελε να σας δει να τα τρώτε, προσθέτει, με ένα χαμόγελο ακόμη.
    Φορά ακόμη το καπέλο του, όπου εδώ και ώρα έχει καθίσει ένα μηχανικό πουλί, μία από τις εφευρέσεις του. Σηκώνετε, λοιπόν, τα μπισκότα ταυτόχρονα και παρατηρείτε πώς σας κοιτάζουν, ο κύριος Νικολάου και το μηχανικό πουλί πάνω στο καπέλο του, σας κοιτάζουν στο χέρι και στο μπισκότο, ενώ από πίσω τους κι από πάνω τους το εκκρεμές χτυπά και πάλι: στις έξι. Σας κάνει εντύπωση η ίσια γραμμή στο ρολόι, ακριβώς πάνω από το σώμα του πουλιού και του κύριου Νικολάου, που έχουν κλίνει λιγάκι προς τη μεριά σας.
     Είναι παράξενο, αλλά νιώθετε την οσμή ιδρώτα, που δεν θα εκκρίνεται –σκέφτεστε, όπως λέτε– από το σώμα του κύριου Νικολάου, αλλά από το πουλί. Τότε θυμάστε πως είναι Ιούλιος μήνας και παντού είναι ζέστη και καλοκαίρι, και ακούγεται ο τελευταίος από τους έξι χτύπους στο εκκρεμές.
    Λοιπόν. Θέλουμε να σας βοηθήσουμε και συνεκτιμούμε την κατάστασή σας. Δεν επιθυμούμε να σας υποτιμήσουμε καθόλου κι έχουμε αίσθηση της ιδιαιτερότητάς σας. Αυτά που μας είπατε ως τώρα είναι πολύ σημαντικά. Έχω εδώ τον φάκελό σας: Γιώργος Στεργίου, ετών 26. Βοηθήστε μας, κύριε Στεργίου. Φαίνεσθε δυνατός άνδρας. Πείτε μας τι έγινε αμέσως μετά.

Το  διήγημα  περιλαμβάνεται  στην εξαιρετική  συλλογή  διηγημάτων του  Θοδωρή  Ρακόπουλου "Νυχτερίδα στην τσέπη" [Νεφέλη]

-------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ένα διήγημα με μία παράξενη ομορφιά.Εντυπωσιάζει πρώτα απ' όλα η σκοπιά από την οποία καταγράφει τα διαδραματιζόμενα ο αφηγητής. Σα να παρατηρεί τα πάντα με έναν σχολαστικό τρόπο ,ο οποίος τον ωθεί σε έναν επαναλαμβανόμενο σχολιασμό των διαθέσεων και των κινήσεων των πρωταγωνιστών του. Οι μικρές αυτές φράσεις που διακόπτουν την -ας πούμε- ομαλή ροή των συμβάντων ,διαγράφουν έναν δικό τους αφηγηματικό κύκλο ,παράλληλο προς εκείνον της πρωταρχικής αφήγησης. Ταυτόχρονα, η επιλογή του δευτέρου πληθυντικού προσώπου σε ένα πρώτο επίπεδο δημιουργεί την εντύπωση της εκφοράς ενός μονολόγου , και σε ένα δεύτερο επίπεδο μετατρέπει τους πρωταγωνιστές σε θεατρικές φιγούρες, βωβές φαινομενικά , αλλά οπωσδήποτε λειτουργικές. Παράλληλα, η πλοκή ξεδιπλώνεται σε δύο χρονικά επίπεδα , σχεδόν αρχιτεκτονικά διαρθρωμένα. Παρελθόν και παρόν , ωστόσο , συμφύρονται στο τέλος σε μία αδιάσπαστη ενότητα, την οποία ενεργοποιούν οι χτύποι του εκκρεμούς , χωρίς πια να κάνει ιδιαίτερη αίσθηση τι προηγήθηκε και τι ακολουθεί.Μέσα δε στο όλο πλαίσιο της αφήγησης, άξιο παρατήρησης είναι και το συνειρμικό παιχνίδι των λέξεων , η περίεργη , αλλά όχι ανεξήγητη , διάθεση του αφηγητή να παίξει με τα ομόηχα.Στο τέλος , θα ήταν αφελές ο υποψιασμένος αναγνώστης να περιμένει μία ομαλή τροπή της αφήγησης. Το κλείσιμο είναι τόσο απροσδόκητο όσο πρέπει να είναι...

Κώστας  Τσιαχρής 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου