Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Κώστας Τσιαχρής " Εις τον τύπον των ήλων"

Κι  αν δεν υπάρχουν σημάδια Επινόησε τα Θα  χρειαστούν  βεβαίως πολλά καρφιά μα περισσότερη σιωπή για  ν'ακουστούν οι χτύποι ...

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Ένα μικρό σχόλιο πάνω στο διήγημα του Θοδωρή Ρακόπουλου "Το εκκρεμές"



 Το εκκρεμές στον τοίχο χτυπά έξι το απόγευμα, έξι ίδιες, άδειες φορές. Πριν από τρεις ακριβώς ώρες, όταν το κατάστημα θα έκλεινε, σας έστειλε η μάνα σας να πάτε να αγοράσετε κρεμμύδια για το βραδινό μαγείρεμα. Θα έκανε το αγαπημένο σας στιφάδο και χρειαζόταν τα ειδικά, μικρά κρεμμύδια, αυτά που σας κάνουν πάντα εντύπωση, όπως λέτε, τυλιγμένα σε κόκκινα δίχτυα. Στο μανάβικο, η κυρία Μπέμπα, η τόσο συμπαθητική στη γειτονιά, φορούσε μια μπλου ποδιά τούτη τη φορά. Το σχολιάσατε, και την κάνατε να γελάσει και να παρατηρήσει το πόσο περήφανοι θα είναι οι γονείς σας με τη συνεχή σας πρόοδο, και πως άλλα παιδιά στην ηλικία σας δεν έχουν καταφέρει να είναι τόσο καλά με τους γονείς και τη γειτονιά. Μάλιστα, μέσα από τις κουρτίνες που οδηγούν στο δωματιάκι, πίσω από την ταμειακή μηχανή, ακούστηκε η φωνή του κυρίου της κυρίας Μπέμπας (δεν μπορείτε να θυμηθείτε το όνομά του, όσο κι αν προσπαθήσετε), που επικρότησε αυτή την αλήθεια: «για όλη την κοινότητα».
     Χαμογελάσατε και δώσατε στην κυρία Μπέμπα το χαρτί όπου η μάνα σας έχει σημειώσει ακριβώς τι επιθυμεί. Είναι λίγο τσαλακωμένο, αφού παίζατε μαζί του στην παλάμη σας σε όλη τη διαδρομή μέχρι το μανάβικο, αλλά ακόμη ευανάγνωστο.
    Ο κύριος Νικολάου μπήκε στο μανάβικο, όσο η Μπέμπα (όπως την περιγράφετε –χωρίς το «κυρία»– στους φίλους σας, που γελούν) σας έδινε τα ρέστα από το χιλιάρικο. Φορούσε την ίσια του ρεντιγκότα, αυτή που πάντα φορούσε στην τάξη, από τότε που θυμάστε, κι ένα ελαφρά πλατύγυρο καπέλο. Στο γείσο του θα μπορούσαν να έλθουν πουλιά να περιμένουν κάτι, για λίγο – αλλά θα ήταν πουλιά μικρά κι οπωσδήποτε μαύρα, όπως λέτε.
    Σας κοίταξε (ή σας φάνηκε πως σας κοίταξε) πίσω από τους χοντρούς μυωπικούς φακούς του, που πάντα φαίνονταν να βαραίνουν τη λεπτή, μακριά μύτη του˙ σας αναγνώρισε κι αμέσως χαμογέλασε διάπλατα˙ σας φάνηκε περισσότερο στην Μπέμπα, παρά σε εσάς. Αγόρασε, ενώ σας ρωτούσε για το πώς είναι τα πράγματα στο σπίτι, πάντα χαμογελώντας, αυτή τη φορά κοιτώντας σας στα μάτια, αγόρασε λοιπόν ένα πακέτο τσιγάρα μάρκας «Δελφοί». Δεν είχατε μετακινηθεί, διότι βρήκατε πιο σωστό να ακινητείτε όσην ώρα σας μιλά, για να του δείχνετε τον σεβασμό σας˙ μα σύντομα βρεθήκατε να σας παραχωρεί την προτεραιότητα ύστερα από ένα après vous (γαλλικά), για να περάσετε, μέσα από τις γρίλιες, έξω από το μανάβικο και προς το πνιγηρό πεζοδρόμιο. «Πύρωνε θείος Ιούλιος μήνας», είπε ο κύριος Νικολάου, γελώντας˙ σας φαινόταν, όσο ποτέ, ένας άνθρωπος που δεν ίδρωνε ποτέ, κι αυτό σας ήταν ευχάριστο στη σκέψη. Αναρωτηθήκατε τότε για τη ρεντιγκότα, κι αυτός, ερμηνεύοντας το βλέμμα σας, με ένα ακόμη γελάκι, εξήγησε πως δεν τον πείραζε ποτέ η ζέστη, δεν την ένιωθε.
     Σας φάνηκε κι αυτό ιδιαίτερο και θυμηθήκατε πώς από πάντα σάς έδινε αυτή την αίσθηση. Τότε προσφέρθηκε να κουβαλήσει τις δύο αρμαθιές, όπως λέτε, τα κρεμμύδια που πήρατε (καθεμιά στο κόκκινο δίχτυ) και τις πήρε στα μακριά χέρια του, για να μην κουραστείτε μέσα στη ζέστη. Προχωρούσατε δίπλα δίπλα, δίπλα από τον κύριο Νικολάου για ώρα, ενώ σας εξηγούσε για την τελευταία του εφεύρεση. Είχατε νιώσει άσχημα που δεν γνωρίζατε πως ήταν εφευρέτης, μολονότι είχε διδάξει στο σχολείο παλιά. Έπρεπε να το είχατε καταλάβει πως ένας άνθρωπος με τέτοιο καπέλο και με αυτά τα τσιγάρα που –λέτε– δεν είχατε ξαναδεί, θα έπρεπε, στις μοναχικές του ώρες, να κάνει κάτι φοβερά δημιουργικό.
      Τώρα λοιπόν, βρίσκεστε, βρήκατε τον εαυτό σας, όπως λέτε, στο σαλόνι, που είναι δροσερό, και μυρίζει μια καθαριότητα πολύ παλιά, όχι συνθετική, σαν λουλάκι˙ στο σπίτι του κυρίου Νικολάου. Το πάτωμα είναι ξύλινο, από πολύ γερό –έτσι φαίνεται, έτσι σας φαίνεται– ξύλο. Θέλετε να πιστέψετε, για να παίξετε, πως είναι καρυδιάς ή καστανιάς˙ οι λέξεις σάς θυμίζουν την καρδιά ή τα καστανά μαλλιά: τα ονόματα που σας φωνάζει η μάνα σας – καστανό μου και καρδιά μου.
Ο κύριος Νικολάου ετοιμάζει τη σουμάδα και τον χυμό μήλου, που του παραγγείλατε, στην κουζίνα, εδώ και λίγην ώρα. Δεν ξέρετε πού βρίσκεται η κουζίνα, αλλά τη φαντάζεσθε κίτρινη, υγρή. Με ένα ψυγείο να γρυλίζει αργά κι ενίοτε να γελά λίγο, σαν τις ύαινες στα ντοκιμαντέρ. Αναρωτιέστε αν θα βρει να φέρει και τα δύο μπισκότα τζίντζερ, που ζητήσατε (τα άλλα, τα αφεψήματα όπως λέτε, ήταν δική του ιδέα). Στην πραγματικότητα, θα θέλατε απλά παγωτό – αλλά δίπλα στον κύριο Νικολάου δεν αισθανόσασταν το καλοκαίρι˙ και στο σαλόνι του, με τις παλιές κορνίζες (μία ήταν άδεια, χωρίς από μέσα ζωγραφιά), υπήρχε μια τέτοια δροσιά που εξέπεμπαν οι τοίχοι, που νιώθατε πως ένα (δυο) μπισκότα τζίντζερ θα ήταν ό,τι έπρεπε.
    Το παλιό ξύλινο εκκρεμές χτυπά μια φορά: στις πεντέμισι. Το εκκρεμές έχει παλιό ξύλο, από μαόνι, έχετε ακούσει να εξηγούν. Η λέξη σάς θυμίζει το φαραόνι, τη φραγκόκοτα, και στη συνέχεια τη Γαλλία και τη λέξη κοκέτα.
     Ο κύριος Νικολάου, στην πολυθρόνα του απέναντί σας, σας ρωτά διάφορα, για το σχολείο, το νέο σχολείο όπου πηγαίνατε, αν και καταλαβαίνει ότι δεν είναι σχολείο με την έννοια που καταλαβαίνει αυτός. Σας παρακαλεί να φάτε τα μπισκότα τζίντζερ, που κάθονται σε δύο μικροσκοπικά πιατάκια, που ίσα που τα χωρούν, μπροστά σας. Έχει φέρει και μία μόνο χαρτοπετσέτα. Παρατηρεί με εντύπωση πως, ενώ ζητήσατε τα μπισκότα, στην ουσία «ρουφήξατε τα αφεψήματα που ο ίδιος πρότεινε», όπως είπε, αλλά δεν αγγίξατε τα μπισκότα, τα οποία εσείς ο ίδιος ζητήσατε. Θα ήθελε να σας δει να τα τρώτε, προσθέτει, με ένα χαμόγελο ακόμη.
    Φορά ακόμη το καπέλο του, όπου εδώ και ώρα έχει καθίσει ένα μηχανικό πουλί, μία από τις εφευρέσεις του. Σηκώνετε, λοιπόν, τα μπισκότα ταυτόχρονα και παρατηρείτε πώς σας κοιτάζουν, ο κύριος Νικολάου και το μηχανικό πουλί πάνω στο καπέλο του, σας κοιτάζουν στο χέρι και στο μπισκότο, ενώ από πίσω τους κι από πάνω τους το εκκρεμές χτυπά και πάλι: στις έξι. Σας κάνει εντύπωση η ίσια γραμμή στο ρολόι, ακριβώς πάνω από το σώμα του πουλιού και του κύριου Νικολάου, που έχουν κλίνει λιγάκι προς τη μεριά σας.
     Είναι παράξενο, αλλά νιώθετε την οσμή ιδρώτα, που δεν θα εκκρίνεται –σκέφτεστε, όπως λέτε– από το σώμα του κύριου Νικολάου, αλλά από το πουλί. Τότε θυμάστε πως είναι Ιούλιος μήνας και παντού είναι ζέστη και καλοκαίρι, και ακούγεται ο τελευταίος από τους έξι χτύπους στο εκκρεμές.
    Λοιπόν. Θέλουμε να σας βοηθήσουμε και συνεκτιμούμε την κατάστασή σας. Δεν επιθυμούμε να σας υποτιμήσουμε καθόλου κι έχουμε αίσθηση της ιδιαιτερότητάς σας. Αυτά που μας είπατε ως τώρα είναι πολύ σημαντικά. Έχω εδώ τον φάκελό σας: Γιώργος Στεργίου, ετών 26. Βοηθήστε μας, κύριε Στεργίου. Φαίνεσθε δυνατός άνδρας. Πείτε μας τι έγινε αμέσως μετά.

Το  διήγημα  περιλαμβάνεται  στην εξαιρετική  συλλογή  διηγημάτων του  Θοδωρή  Ρακόπουλου "Νυχτερίδα στην τσέπη" [Νεφέλη]

-------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ένα διήγημα με μία παράξενη ομορφιά.Εντυπωσιάζει πρώτα απ' όλα η σκοπιά από την οποία καταγράφει τα διαδραματιζόμενα ο αφηγητής. Σα να παρατηρεί τα πάντα με έναν σχολαστικό τρόπο ,ο οποίος τον ωθεί σε έναν επαναλαμβανόμενο σχολιασμό των διαθέσεων και των κινήσεων των πρωταγωνιστών του. Οι μικρές αυτές φράσεις που διακόπτουν την -ας πούμε- ομαλή ροή των συμβάντων ,διαγράφουν έναν δικό τους αφηγηματικό κύκλο ,παράλληλο προς εκείνον της πρωταρχικής αφήγησης. Ταυτόχρονα, η επιλογή του δευτέρου πληθυντικού προσώπου σε ένα πρώτο επίπεδο δημιουργεί την εντύπωση της εκφοράς ενός μονολόγου , και σε ένα δεύτερο επίπεδο μετατρέπει τους πρωταγωνιστές σε θεατρικές φιγούρες, βωβές φαινομενικά , αλλά οπωσδήποτε λειτουργικές. Παράλληλα, η πλοκή ξεδιπλώνεται σε δύο χρονικά επίπεδα , σχεδόν αρχιτεκτονικά διαρθρωμένα. Παρελθόν και παρόν , ωστόσο , συμφύρονται στο τέλος σε μία αδιάσπαστη ενότητα, την οποία ενεργοποιούν οι χτύποι του εκκρεμούς , χωρίς πια να κάνει ιδιαίτερη αίσθηση τι προηγήθηκε και τι ακολουθεί.Μέσα δε στο όλο πλαίσιο της αφήγησης, άξιο παρατήρησης είναι και το συνειρμικό παιχνίδι των λέξεων , η περίεργη , αλλά όχι ανεξήγητη , διάθεση του αφηγητή να παίξει με τα ομόηχα.Στο τέλος , θα ήταν αφελές ο υποψιασμένος αναγνώστης να περιμένει μία ομαλή τροπή της αφήγησης. Το κλείσιμο είναι τόσο απροσδόκητο όσο πρέπει να είναι...

Κώστας  Τσιαχρής 

Ο Κώστας Τσιαχρής μεταφράζει Joni Mitchell "The last time i saw Richard"


Την  τελευταία  φορά που είδα τον Richard
ήταν το 68  στο  Ντιτρόιτ
Και μου είπε :  Όλοι οι ρομαντικοί
έχουν την ίδια  τύχη κάποια μέρα
Κυνικοί  και  μεθυσμένοι και  γεμάτοι από   πλήξη
σε κάποιο  σκοτεινό  καφέ
Γελάς  , είπε , νομίζεις πως είσαι  άτρωτη
μα έλα  κοίταξε  τα μάτια  σου
είναι  γεμάτα  από  φεγγάρι
Σ’ αρέσουν τα  τριαντάφυλλα 
και  τα φιλιά
κι οι  όμορφοι  άντρες να σου  λένε
όλα  αυτά  τα  όμορφα  ψέματα
Πότε  θα  καταλάβεις
ότι  είναι μόνο  όμορφα  ψέματα 
απλώς
όμορφα  ψέματα

Έβαλε  ένα  νόμισμα  στο  Βούρλιτζερ
και πάτησε  τρία  κουμπιά
και το μηχάνημα  πήρε να βουίζει
Κι  εμφανίστηκε    μια σερβιτόρα
με διχτυωτές  κάλτσες  και με παπιγιόν
και είπε :
τελειώστε   το ποτό σας  
πλησιάζει η ώρα  , κλείνουμε
Richard , δεν έχεις  αληθινά αλλάξει
Είναι απλώς που τώρα 
εξιδανικεύεις    τον  όποιο  πόνο
έχεις στο μυαλό  σου
Στα  μάτια  σου  έχεις  τάφους
μα τα  τραγούδια  που  στοίβαξες
γίνονται όνειρα 
και  άκου  ,τραγουδάν  για  την αγάπη
τόσο γλυκά
τόσο  γλυκά
Πότε  θα ξανασταθείς  στα πόδια  σου ;
Ω η  αγάπη  μπορεί  να  γίνει
τόσο  γλυκιά

Ο  Richard  παντρεύτηκε μια  χορεύτρια
και της αγόρασε  ένα πλυντήριο πιάτων
και  μια μηχανή του  καφέ
Και τώρα τις  περισσότερες  βραδιές
πίνει  στο σπίτι  του 
με την τηλεόραση ανοιχτή
κι  όλα τα  φώτα του  σπιτιού  να λάμπουν 
αφημένα
Θα  σβήσω  αυτό το  καταραμένο  κερί
Δε  θέλω  να  περνάει   κανείς   απ’ το τραπέζι μου
Δεν έχω σε κανέναν
τίποτε  να  πω
Όλοι οι  καλοί  ονειροπόλοι 
φεύγουν έτσι   κάποια μέρα
κρυμμένοι  πίσω  από  μπουκάλια 
σε  σκοτεινά καφέ

Μόνο  ένα  σκοτεινό  κουκούλι
προτού  να πάρω  τα  υπέροχα  φτερά  μου
και  να πετάξω  μακριά
Μόνο μια φάση 
αυτές  οι μέρες 
στα  σκοτεινά  καφέ 


Αυτοί  οι υπέροχοι   στίχοι  από  το   αγαπημένο  μου άλμπουμ όλων των εποχών "Blue"   της Joni  Mitchell 
Κώστας  Τσιαχρής  
                             Στο  Νέο  Νόημα 




Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

ΟΙ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΕΣ ΜΑΤΙΕΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΝ ΤΑ 2Ο ΚΑΛΥΤΕΡΑ ALBUMS ΓΙΑ ΤΟ 2015


1.GRIMES           ART   ANGELS    

                                                


2.KENDRICK LAMAR      TO PIMP  A BUTTERFLY
                    

3. SUFJAN STEVENS          CARRIE & LOWELL
                    

4. COURTNEY   BARNETT     SOMETIMES I SIT AND  THINK , AND SOMETIMES I JUST  SIT
                              


5. TAME   IMPALA               CURRENTS
                        

6, JULIA  HOLTER             HAVE  YOU IN MY WILDERNESS
                               

7. JAMIE   XX                          IN COLOUR
                             

8. FATHER  JOHN MISTY     I  LOVE YOU HONEYBEAR
                        

9. FOALS                         WHAT  WENT  DOWN
                       

10.  MIGUEL                          WILDHEART
                

11. MBONGWANA  STAR            FROM KINSHASHA
                     

12.  SLEATER   KINNEY      NO  CITIES   TO  LOVE
                

13.  BJORK     VULNICURA
                        

14.  UNKNOWN  MORTAL  ORCHESTRA     MULTI-LOVE
                       

15.  ADELE                                   25
                      

16.  KURT   VILE      B'LIEVE ,I'M GOING DOWN
                     

17. FLORENCE AND THE MACHINE    HOW BIG , HOW BLUE , HOW  BEAUTIFUL
                         

18. ALABAMA  SHAKES                   SOUND AND COLOR
                       

19. BEACH  HOUSE                   DEPRESSION   CHERRY
                     

20. DESTROYER                      POISON  SEASON 
                       



Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

Ασημίνα Ξηρογιάννη "Λίγο ακόμα..."




Είναι  αληθινά  θλιβερό    να   καταντά   η    ποίηση ένα  ταριχευμένο  πτώμα  που  φυλακίζεται  σε  σκοτεινά  μουσεία  λόγου   ή  να επιδεικνύεται  θριαμβευτικά  ως  τρόπαιο  σε     φιλολογικές  βραδιές  για  τους  εκλεκτούς  του  πνεύματος. Και   η   αμεσότητα  ;  Το  ρίγος   ;  Η  ικανότητά  της  να   μένει  στο   στόμα   και  στις  αισθήσεις ;  Το  ζητούμενο    είναι  να  συνυπάρχουν   στον ποιητικό  λόγο  το  απλό   και  το  κορυφαίο . Και  ο  εσωτερικός  πλούτος  φυσικά  . Ποίηση  χωρίς  συναισθηματικά  αποθέματα  είναι  στην  πραγματικότητα  σκιά  ποίησης .   Όσοι  καλλιεργούν  με  αγάπη    τον ποιητικό  λόγο   το  γνωρίζουν καλά   και  γι’ αυτό αγωνιούν . Και φυσικά  η  αγωνία   αυτή  είναι  τόσο   πανάρχαια  όσο  και  σύγχρονη . Έτσι , μέσα  στο συρφετό  των  επίδοξων  ποιητών –μαζί  σ’ αυτούς  και ο  γράφων -  συναντά  κανείς  μερικούς  αυθεντικούς  υπηρέτες  του   λόγου ,  οι  οποίοι   εγκαταλείπουν   την  αποστεωμένη  έκφραση  και  αφήνουν  την ποίηση  να  φανερώσει  την  συν-κινητική  της  δύναμη ,  αυτή  που  ενεργοποιεί   ταυτόχρονα  , κατά  το  σολωμικό   αισθητικό  ιδεώδες , την  καρδιά  και το  νου  .  Ένα  τέτοιο παράδειγμα  σύγχρονης   ποιήτριας  είναι   η  Ασημίνα   Ξηρογιάννη   , για  την  οποία  έχω  μιλήσει  και  θα  μιλήσω  ξανά  στο μέλλον , γιατί   ανήκει   σε εκείνες   τις  περιπτώσεις   δημιουργών  που  εξελίσσονται   και  δεν επαναπαύονται   στις  κατακτήσεις  τους  . Διαβάζοντας  και  πάλι   τα  ποιήματά  της  ,  το   ενδιαφέρον  μου  τράβηξε    ένα  μικρό  ποίημα   που  εκτείνεται    σε   έναν  μόνο   στίχο!   

                             Λίγο  ακόμα… και οι γραμμούλες  μας θα συμπέσουν


Αυτό   το    φαινομενικά   ταπεινό    ποιηματάκι  –στίχος   είναι    κατ’ αρχάς  καμωμένο  με  απλά  υλικά  . Αφήνει   δε  το  περιθώριο  για  μία  προσέγγισή  του  τόσο  αισιόδοξη  όσο και  απαισιόδοξη  . Μία  επιρρηματική   έκφραση  στην    αφετηρία του     δημιουργεί    το  συναισθηματικό  πλαίσιο  μέσα  στο  οποίο   θα  ενταχθεί  ομαλά  η  φράση   που ακολουθεί  μετά  τα αποσιωπητικά . Δεν  ξέρω  κατά  πόσο  η  ποιήτρια  χρησιμοποίησε  ενσυνείδητα   τον  σεφερικό   στίχο  «Λίγο  ακόμα»  στην  αρχή  του  ποιήματος , για να  συνδέσει   την παράδοση  του  παρελθόντος  με  το  δικό  της  ποιητικό   σύμπαν . Αυτό το «Λίγο ακόμα» πάντως  δημιουργεί   το  ίδιο  συναίσθημα  αναμονής   και   μπορεί  να  εκληφθεί  είτε  ως ένας  ψίθυρος  εις  εαυτόν  και  μήνυμα  αισιοδοξίας   είτε  ως  προειδοποίηση   , και   γιατί  όχι  , και  ως  απειλή . Τα  αποσιωπητικά   επιτείνουν  την  αγωνία . Μαρτυρούν   τη διάθεση  της  ποιητικής  φωνής  να   παραμείνει  απρόβλεπτη . Ώσπου   ξεδιαλύνεται  (;)  το  μυστήριο  με  μία φράση  που  ηχεί  περισσότερο  ως   επιβεβαίωση  και λιγότερο  ως πρόβλεψη .  Οι  γραμμούλες   - χεριών  ίσως  , άρα  γραμμές  ζωής  ή γραμμές  της  μοίρας  - είναι  έτοιμες  να συμπέσουν .Δυο  γραμμές  απομονωμένες  , δυο  πεπερασμένα  σύνολα σημείων , το  καθένα   εντεταλμένο   στην  ικανοποίηση  της  δικής  του  πορείας  , είναι  πια  έτοιμα  να σπάσουν το  πεπερασμένο , να  εκταθούν  προς  το  άπειρο  , το  άπειρο  του  έρωτα . Και  ύστερα  ; Η  ολοκλήρωση  ή  η συντριβή ; Ευτύχημα  ή  ατύχημα  ; 

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Κώστας Τσιαχρής "Η κατάδυση"







Από  την  καινούργια  ,  υπό έκδοση  συλλογή  ποιημάτων "Νέο  Νόημα" 

                                          Αφιερωμένο  στο  Νέο Νόημα , για πάντα ........


Σ' αυτό το μέρος
Είπες  
μην πατάς
είναι  βαθύ το σώμα
θα βουλιάξεις
Έχει σκυλόψαρα
και μέδουσες
είν' επικίνδυνα
Μα όπως κοίταζα
επίμονα
ήταν μαγνήτης 
ο βυθός
το μαύρο  έδειχνε
αθώο - δεν μπόρεσα
Κράτησα την ανάσα μου
και δόθηκα
κι ας ήξερα καλά
τι πτώματα
θα βγουν μετά
στην επιφάνεια


Κώστας  Τσιαχρής

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

Γρηγορία Πούλιου "Καρδιά Νεκρή Σε Κόσμο Νεκρό"


Η  κριτική δημοσιεύθηκε  αρχικά στο  www.poiein. gr  στις 10/9/2015

    Το χρυσό αιγυπτιακό παιδί που κοσμεί το εξώφυλλο της τέταρτης συλλογής ποιημάτων της Γρηγορίας Πούλιου , προβεβλημένο μέσα στο ολόμαυρο πλαίσιο , δίνει από την αρχή , από τον εξωκειμενικό κόσμο , τη δυνατή εντύπωση της ακινησίας . Ακινησία την οποία μαρτυρεί και ο τίτλος της συλλογής , στον οποίο τα δύο κυρίαρχα ουσιαστικά , η Καρδιά και ο Κόσμος καταλήγουν οριζόντια και χιαστί στο επίθετο « νεκρός» . Η ακινησία αυτή , ωστόσο , με την ανάγνωση των ποιημάτων , περιορίζεται στη συναισθηματική κατάσταση της ποιητικής φωνής , η οποία βιώνει μονίμως το συναίσθημα της απώλειας της αγαπημένης μορφής .Έτσι , το εσωτερικό τοπίο των ποιημάτων προβάλλει στο παρόν απονεκρωμένο , γυμνό από το πάθος , και η όποια κίνηση απωθείται στο παρελθόν και στη μνήμη του ποιητικού υποκειμένου . Κάτω από το πρίσμα αυτό , το αγαπημένο πρόσωπο παρουσιάζεται ως σκιά , χωμένο στο ημίφως , ταυτισμένο με τη στέρηση , ιδεώδες , εγκλωβισμένο στο χώρο της δυνατότητας ή της βιωμένης ενέργειας , παρά ως ζώσα κατάσταση , ως δρών και πάσχον υποκείμενο.
        Ο χρόνος που επιλέγεται είναι συνήθως η νύχτα , η οποία είναι οδυνηρή [έχει το πρόσωπο ενός καμικάζι] , ύπουλη , έρπει γύρω από την ποιητική φωνή , την οδηγεί στην ασφυξία , στη λαχτάρα της απελευθέρωσης . Οι σκιές της κουβαλούν παρελθόντες εραστές , τα χρώματά της συμπορεύονται με τις εσωτερικές διαθέσεις , και ενώ εδώ τα πάντα σχεδιάζονται και λειτουργούν μέσα στο πλαίσιο ενός ποιητικού ρεαλισμού , υπάρχουν αχνές συμβολιστικές πινελιές ,που συμβάλλουν στη δημιουργία ατμοσφαιρικών σκηνικών μέσα στα οποία οι στίχοι αποκαλύπτουν την αλήθεια τους . Υπάρχει έπειτα διάχυτο σε πολλά σημεία το στοιχείο της εσωστρέφειας , το οποίο εκδηλώνεται είτε ως μία κίνηση επιστροφής σε κεκτημένες συγκινήσεις είτε με το μορφικό σχήμα του μονολόγου είτε με μία διάθεση συναισθηματικού απολογισμού για το ποιόν και την ένταση των ερωτικών παθών που προηγήθηκαν είτε ως κατάσταση εγκλωβισμού .
        Όταν μάλιστα ο λόγος περιστρέφεται γύρω από τον έρωτα , η πορεία , όχι ακριβώς γραμμική , που ακολουθεί η ποιήτρια βασίζεται στο τρίπτυχο : Αναπόληση του πάθους => ανάπλασή του μέσω της κατασκευής ενός ειδώλου , με στόχο την αναζήτηση ενός γιατρικού => απονέκρωση των αισθημάτων . Στο πρώτο σκέλος του τρίπτυχου ανήκουν τα ποιήματα «Εκείνο το απόγευμα» , στο οποίο η συνειρμική μεταφορά στον οργασμό ολοκληρώνει την παραστατική λεηλασία του σώματος από το ποθητό πρόσωπο [Φούσκωναν οι φλέβες /Έτριζαν τα δόντια / Κτυπούσαν σα ταμπούρλα τα μελίγγια / Κι έσταξε η χαλασμένη βρύση στην κουζίνα / πλημμυρίζοντας νερά] , «Σχέση πάθους» ,όπου η παράνομη σχέση παραλληλίζεται με το πρωτόπλαστο θαύμα της συνένωσης και τον προπατορικό πειρασμό [Σμίγαμε συχνά τα βράδια / κρυφά σαν δυο εξόριστοι πρωτόπλαστοι /πίνοντας , δίχως ενοχές / δυνατό χυμό / από τον απαγορευμένο καρπό ], «Χωρίσαμε ένα βράδυ που’ βρεχε» , όπου το βαρύ εξωτερικό τοπίο - με τα σύννεφα , τους κεραυνούς και τη μπόρα - λειτουργεί ως ανεστραμμένη απεικόνιση της εξωτερικής καταιγίδας [ Σαν καντηλέρια βαριά , τα σύννεφα / κρέμονται πάνω από το κεφάλι μου /Αποπνιχτική βραδιά / Κεραυνοί ηλεκτρίζουν το μυαλό μου].
        Μέρος της θεραπείας από το βάρος της ερωτικής ανάμνησης είναι η πρόσκληση της αγαπημένης μορφής εν είδει φαντάσματος , ειδώλου [Τη νύχτα θα την περάσουμε μαζί / μα όταν το πρώτο φως της ημέρας / σαν κλέφτης από τις γρίλιες μπει / αυτός , σωρός νεφελώδης ,πλάι μου / ευθύς θα διαλυθεί ] , [ Αγκαλιά με τα φαντάσματά μου πορεύομαι / χωρίς να ξέρω για που / ούτε ποια είναι η αιτία - ] , [Με κόκκινα μάτια και θολά όνειρα ανοίγω την πόρτα / Μπαίνει πρώτα η θύμησή σου κι ύστερα η αυγή ]. Κάποτε , η φαντασίωση διευρύνεται , ανυψώνεται στο επίπεδο ενός διαχρονικού ερωτικού συμβολισμού ,όπως ακριβώς συμβαίνει στο ποίημα «Ενύπνιο» .[Ποια είναι αυτή η φασματική μορφή /που σαν αστέρι στο σκότος λαμπυρίζει /και ο αέρας υάκινθο μυρίζει ; Το ταβάνι τρεμουλιαστά ψιθυρίζει /Ο καθρέφτης χαρούμενα ψιθυρίζει /Το σπίτι με κατάνυξη πλημμυρίζει / Εγώ ψιθυρίζω εκστατικά / Είναι της δεκάτης Μούσας ! / Είναι της Λεσβίας ! / Είναι της Σαπφούς το φάντασμα] . Η θεραπεία βέβαια που προσφέρουν τα είδωλα , είναι πρόσκαιρη , μετριάζει περισσότερο παρά εξαλείφει τον πόνο . Έτσι , ακόμη κι εκείνο το διανυκτερεύον φαρμακείο στο ποίημα «Ξάγρυπνη» μπορεί να λειτουργεί ουσιαστικά ως καταφύγιο των τραυματισμένων ψυχών , αλλά στο τέλος το επίρρημα «κάπως» , προσεκτικά τοποθετημένο , επιβεβαιώνει την αδυναμία της ίασης . [Ρίχνω μια ματιά στα περίλυπα , σκυφτά κορμιά / που περιμένουν ανυπόμονα στη σειρά για να πάρουν λίγη / δόση αδυναμίας /Είμαι κι εγώ ένα από αυτά / Ο νυσταγμένος φαρμακοποιός δύσπιστα με κοιτά / Δίνω τα χρήματα , παίρνω το γιατρικό / και με κάπως αναπτερωμένο το ηθικό / καληνυχτώ] . Με τον ίδιο τρόπο , και οι παπαρούνες του ποιήματος «Παπαρούνες στην εξοχή» , με την αισθητική τους δύναμη , γιατρεύουν προσωρινά τις συναισθηματικές αιμορραγίες [ Απλώνω τα χέρια μου στη δροσερή πυρκαγιά σας / Τρίβω το πρόσωπό μου στη μεταξένια σας αγκαλιά / Βυθίζομαι στα σκοτάδια σας , εκστατικά / και η κρυφή πληγή μου / δεν αιμορραγεί ,πια].
       Το τρίπτυχο ολοκληρώνεται με την απονέκρωση των αισθημάτων , η οποία οδηγεί το ποιητικό υποκείμενο σε μία διάθεση παραίτησης τόσο από την επιθυμία όσο και από το βίωμα . Η απονέκρωση σχηματοποιείται με το θρυμμάτισμα των ονείρων μετά τη φυγή του αγαπημένου προσώπου [κι όλα τα όνειρα ,/οι αλυσίδες που μας έδεναν με το φεγγάρι / σκούριασαν κι έσπασαν σε χίλια / καθρεφτένια κομμάτια και σκόρπισαν /πάνω στην υγρή άσφαλτο / μες στη φεγγαρίσια νύχτα] , με τη σκηνοθεσία μιας ιδιότυπης νεκρής φύσης μέσα στην οποία αποχρωματίζεται οριστικά μια δυνατή ερωτική σχέση [ένα παλιό γραμμόφωνο / κι ένα παλιομοδίτικο ποδήλατο ,που του ‘λειπε / μια ρόδα/ Αυτό είναι το φόντο / του τέλους ενός παθιασμένου / έρωτα] ή με τη μορφή του επιγράμματος , όπου γίνεται ένα είδος επιτύμβιας αναφοράς σε έναν έρωτα έτοιμο πια να νεκρωθεί [Η αγάπη μας , αθόρυβα σαν φίδι / απ’ τις καρδιές μας ξεγλιστράει / Οι μέρες μας θολώνουν / οι άγρυπνες νύχτες μακραίνουν /Κι οι ζωές μας , δυο πλοία / σε αντίθετους προορισμούς αποπλέουν]. Ως επιστέγασμα σε όλα αυτά , και συνάμα ως ειρωνεία , το θαύμα του έρωτα γίνεται αντιληπτό από το ποιητικό υποκείμενο τη στιγμή που ο περικείμενος χώρος μοιάζει να το αμφισβητεί [«Η αγάπη έρχεται και σε βρίσκει / μόνο μια φορά , μες στο γαλάζιο σου / κοχύλι της μοναξιάς» /είπα / στα ηλιοτρόπια που χαμογέλαγαν στον ήλιο / Μα μια λαμπερή πεταλούδα / προσγειώθηκε στον ώμο μου / για να με χλευάσει / κι ένα περαστικό πουλί / ήρθε κοντά μου , με δυνατό κρωγμό / καθώς κόκκινα συννεφάκια / σχημάτιζαν μύριες καρδιές στον ουρανό»] .
     Άλλα ποιήματα [Και όμως , Η κηλίς , Ξάγρυπνη , Αγοραία βράδια ]έχουν το χαρακτήρα μιας περιήγησης , ενός περίπατου ,όπου το ποιητικό υποκείμενο αναλαμβάνει το ρόλο του παρατηρητή . Μέσα σ’ αυτές τις «περιηγήσεις» είτε δίνεται το περίγραμμα της άγριας πλευράς της πόλης , ενός αστικού τοπίου καμωμένου από «σπέρμα , αίμα και ξερατό» [Δρόμοι της Αθήνας / της Σοφοκλέους , κάτω από το Δημαρχείο /γύρω από την Ομόνοια , στη Συγγρού , στην πλατεία /Κουμουνδούρου , στη Βικτωρίας/ Στις μισοσκότεινες γωνίες , στις προθήκες καταστημάτων / Στα πεζοδρόμια -κρεβάτια των αστέγων / Στους διαδρόμους εκστατικών απογειώσεων/ Κορμιά μπρούμυτα πεσμένα αγκαλιάζουν/ ανεκπλήρωτα όνειρα ] , είτε σε αντίστιξη με αυτό αποκαλύπτεται ένας αναπάντεχος λυρικός ενθουσιασμός , ο οποίος αναβρύζει από την επαφή του ποιητικού υποκειμένου με απλά στοιχεία της φύσης ,όπως ένα καναρίνι , οι παπαρούνες ή τα δέντρα . Συχνά μάλιστα στη δεύτερη περίπτωση , η ανοικειωτική αναπαράσταση της πραγματικότητας μετατρέπεται σε ένα πικρό σχόλιο για την αλαζονεία του σημερινού ανθρώπου και τον παραλογισμό της ζωής χωρίς ζωή . Για παράδειγμα , στο ποίημα «Και όμως» η περιπαθής περιδιάβαση σε ένα αρκαδικό τοπίο εξελίσσεται απρόσμενα σε μία καταγγελία με οικολογικές αποχρώσεις . Στο τέλος του ποιήματος απομένει το καλλιτεχνικό δημιούργημα [μία τεράστια τοιχογραφία] να υπενθυμίζει την αλλοτινή γιορτή της ζωής [Εκεί θα ξαπλώσω ,κάτω από τις βελανιδιές / τα πεύκα , τα έλατα , τις καστανιές και τις ιτιές / Να βλέπω την πομπή των παρθένων να περνά / και να κάνω προφητείες / σπάζοντας τα κρύσταλλα του χρόνου/ Και θα ξεχνώ πως δάσος δεν υπάρχει πια / Πως οι βάρβαροι κάψανε τη γη μας / κι ούτε ένα πουλί τον αέρα σχίζει /ούτε μια γάργαρη πηγή / μόνο στάχτη πάνω στη στάχτη / κι ερημιά και ασφυξία / και αυτό που τώρα βλέπω με λατρεία / είναι μόνο ενός δάσους / μια τεράστια τοιχογραφία ] .
      Όσον αφορά δε τον τρόπο γραφής της ποιήτριας , παρά την απλότητα της ανάπτυξης και της διατύπωσης των στίχων , υπάρχουν στιγμές υπερδιέγερσης της συγκινησιακής λειτουργίας της γλώσσας . Στη διάρκεια αυτών των στιγμών πλάθεται ένα ηλεκτρισμένο συγκείμενο , μέσα στο οποίο κάθε λέξη ,όσο απλή και ταλαιπωρημένη κι αν είναι , απορροφά τη δύναμη του ηλεκτρισμού , απελευθερώνει τα ανιόντα και τα κατιόντα της , έλκεται και συγκρούεται με τις συγκείμενες λέξεις , κι όλες μαζί επιτίθενται στο θυμικό του αναγνώστη . Αυτή η επίθεση , ωστόσο , δεν έχει τίποτε το ασύντακτο . Όλα είναι μετρημένα , σα να διευθύνονται από ένα αόρατο παράγγελμα .
       Συνοψίζοντας , η ποίηση της Γρηγορίας Πούλιου στην τέταρτη ποιητική συλλογή της ,είναι η ποίηση της ανάσας , της ομορφιάς , της επιθυμίας , της νύχτας , των ερωτικών ινδαλμάτων , του ημίφωτος , των αμυδρών υπάρξεων , της απουσίας . Μια ποίηση που εξομολογείται τα βιώματά της γυμνά και που κυλάει σα ρίγος στη σπονδυλική στήλη όσων μπορούν να ταυτιστούν με τον απλό μεν , αποκαλυπτικό δε λόγο της ποιήτριας . Κι όπως πολύ όμορφα λέει η ίδια σε ένα στίχο του ακροτελεύτιου ποιήματος της συλλογής «Surreal» , «Μες στον κόκκο της άμμου κρύβεται το σύμπαν» …

Κώστας  Τσιαχρής

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2015

Yannis Philippakis : ένας Έλληνας που κάνει πραγματική καριέρα στο εξωτερικό






Η ελληνική μουσική βιομηχανία είχε ανέκαθεν ως όνειρο την προώθηση αρκετών εγχώριων , ως επί το πλείστον ποπ , καλλιτεχνών στο εξωτερικό . Μετριότητες που έκαναν επιτυχία στο ελληνικό πεντάγραμμο ,έχοντας από πίσω τους φυσικά τη στήριξη ενός κολοσσιαίου κυκλώματος προώθησης , προσπαθούσαν ατέρμονα να σπάσουν τα κάγκελα του κλουβιού και να ανοίξουν τις φτερούγες τους [κέρινες τις περισσότερες φορές] στη μεγάλη αγορά της Αγγλίας ή των Ηνωμένων Πολιτειών , με πενιχρά ωστόσο αποτελέσματα . Κι αυτό διότι συνήθως δεν είχαν να παρουσιάσουν κάτι διαφορετικό από τα πλαστικά ποπ είδωλα της ξένης μουσικής σκηνής ,αλλά απλώς αντέγραφαν αυτά τα είδωλα με έναν αφελή και δουλικό τρόπο . Κι από τη στιγμή που ο Αμερικανός ακροατής μπορούσε να απολαμβάνει έναν Justin Timberlake ή έναν Ricky Martin τι παραπάνω θα του πρόσφερε ένα ελληνικό κακέκτυπο ,όπως ο Σάκης Ρουβάς ; Όχι βέβαια ότι η αντιγραφή του ύφους ενός καλλιτέχνη αποτελεί λόγο εμπορικής αποτυχίας για αυτόν που τον αντιγράφει . Συντρέχουν και άλλοι λόγοι . Εκείνοι οι Έλληνες , ωστόσο , που καταφέρνουν να διακριθούν στο εξωτερικό ,έχουν πάντα κάτι το ξεχωριστό , κάτι το αληθινά ιδιότυπο και γι' αυτό αρεστό [βλέπε Ντέμης Ρούσσος , Νάνα Μούσχουρη , Μάνος Χατζιδάκης ] . Ο τελευταίος και πιο πρόσφατος από αυτούς είναι ο Yannis [με δύο n] ,η ψυχή του συγκροτήματος Foals ,το οποίο είναι αυτή τη στιγμή ένα από τα πιο καυτά πράγματα στην αγγλική , και όχι μόνο , μουσική βιομηχανία . Ο Yannis Philippakis , γιος ενός Έλληνα και μιας Νοτιοαφρικάνας , κατάγεται από την Κάρπαθο και γεννήθηκε τον Απρίλη του 1986 . Το 1991 οι γονείς του μετακόμισαν στην Αγγλία , όπου και ο Γιάννης μεγάλωσε . Το 2005 o Philippakis μαζί με τον Andrew Mears σχημάτισαν το συγκρότημα των Foals , οι οποίοι κυκλοφόρησαν τρία άλμπουμς [Antidotes , Total life forever , Holy Fire μέχρι το φετινό τους What went down ] και γνώρισαν μεγάλη εμπορική επιτυχία αλλά και κριτική αποδοχή . Το γεγονός ότι ο πατέρας του Γιάννη μύησε το γιο του στην ελληνική παραδοσιακή μουσική αποτυπώνεται στη μουσική των Foals και γίνεται αντιληπτό από έναν έμπειρο ακροατή . Και αυτή η ελληνική αύρα μαζί με το ελληνικό πάθος στην ερμηνεία του Yannis είναι που κάνουν τους Foals αξιοπρόσεκτους και μοναδικούς . Το άλμπουμ "What went down" κυκλοφορεί στις 28 αυτού του μήνα , αλλά ήδη έχουμε πάρει μία πρώτη γεύση από το πώς θα ακούγεται από τα τρία πρώτα τραγούδια που προωθήθηκαν από αυτό [What went down , Mountain at my gates , A knife in the ocean ] . Και αξίζει να σταθεί κανείς ιδιαίτερα στο τελευταίο από αυτά , να το ακούσει με τα αυτιά και την ψυχή του ανοιχτά και να νιώσει τον ορισμό της αριστοτελικής κάθαρσης μετουσιωμένο στις νότες ενός μόνο τραγουδιού . Απολαύστε το και ανατριχιάστε με την επική του ανάπτυξη , τους λυρικούς στίχους και την απίστευτη Ερμηνεία του Γιάννη . 

Κώστας  Τσιαχρής 



Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

Father John Misty "I love you, honeybear"






Ο Joshua Tillman υπήρξε μέλος του folk rock συγκροτήματος Fleet Foxes και από τον Ιανουάριο του 2012 , αφού τους εγκατέλειψε, άρχισε να ηχογραφεί τα τραγούδια του κάτω από το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Father John Misty . To πρώτο του άλμπουμ με το ψευδώνυμο αυτό είχε τον τίτλο "Fear Fun" και κυκλοφόρησε το Μάιο της ίδιας χρονιάς από την εταιρεία Sub Pop .To φετινό "Ι love you honeybear" είναι η δεύτερη δουλειά του και είναι ένα από τα καλύτερα albums του 2015 .Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε στο διάστημα μεταξύ του 2013 και 2014 στο Los Angeles κυκλοφόρησε από την ίδια εταιρεία με το προηγούμενο. Στο "I love you honeybear" ο Tillman αποτυπώνει τις περιπέτειες της προσωπικής του ζωής .Η γυναίκα του Emma και η μεταξύ τους σχέση , η παρθενική τους επαφή με το Los Angeles ,η μοναξιά , ο θάνατος , η ανία μέσα στο αμερικάνικο θαύμα ζωής είναι τα κυρίαρχα θεματικά στοιχεία των τραγουδιών .Μουσικά το άλμπουμ στηρίζεται σε έναν κυρίαρχο folk rock πυλώνα ,αλλά επενδύεται ηχητικά με ηλεκτρονικά περάσματα ,jazz πινελιές , μελωδικές ενορχηστρώσεις , εναλλακτική αισθητική και μία ερμηνεία που θυμίζει εκείνη του Don McLean . Και βέβαια , ανάμεσα στα εξαιρετικά τραγούδια ξεχωρίζει με εκθαμβωτικό τρόπο η σαρκαστική μπαλάντα "Bored in the USA" [κατά το "Born in the USA" του Springsteen] , αποκαλυπτική για τον τρόπο με τον οποίο βλέπει ο τραγουδιστής και συνθέτης τη ζωή στη σύγχρονη Αμερική .



Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2015

Beach House "Depression cherry"



Η πατρότητα του ήχου που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε "dream pop" [ονειρική ποπ] μουσική , δεν ανήκει ασφαλώς στο ντουέτο των Victoria Legrand [ανηψιά του διάσημου Γάλλου συνθέτη κινηματογραφικής μουσικής Michel Legrand ] και Alex Scally από τη Βαλτιμόρη . Ήδη αυτός ο ήχος έχει ταυτιστεί με συγκροτήματα από τη βρετανική μουσική σκηνή της δεκαετίας του 80 και του 90 ,όπως οι Cocteau Twins , οι Lush , οι My Bloody Valentine , οι Slowdive ,οι Pale Saints και αρκετοί άλλοι . Οι ρίζες μάλιστα του συγκεκριμένου είδους ανάγονται , σύμφωνα με τον μουσικοκριτικό John Bergstrom στις ενορχηστρώσεις του περίφημου άλμπουμ "All things must pass" του George Harrison ,που κυκλοφόρησε τη χρονιά του 1970 . O δε όρος "dream pop" χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Alex Ayuli του πρωτοποριακού πειραματικού σχήματος A.R. Kane από το Βέλγιο , για να περιγράψει τον ήχο του συγκροτήματός του . Ηχητικά η "ονειρική ποπ" χαρακτηρίζεται από τα ατμοσφαιρικά μουσικά τοπία , τις θολές κιθάρες που δημιουργούν έναν τοίχο από θόρυβο , τα υπνωτικά (κυρίως γυναικεία) φωνητικά , τα οποία μοιάζουν περισσότερο με ψιθύρους και συνήθως χάνονται ή στροβιλίζονται με αιθέριο τρόπο μέσα στη μελωδία των πλήκτρων , και , φυσικά , τους στίχους που περιστρέφονται γύρω από υπαρξιακά θέματα . Οι Beach House ,επομένως , δεν ανακαλύπτουν τη ζωή σε άλλον πλανήτη . Η μουσική τους αντλεί με δημιουργικό τρόπο τα διδάγματα όλης αυτής της πολύτιμης παρακαταθήκης ,πατώντας ωστόσο στα δικά της πόδια και κρατώντας καλά κρυμμένα τα δικά της μυστικά . Ξεκινώντας τη διαδρομή τους από το άλμπουμ "Devotion" του 2008 και κυκλοφορώντας μέσα στη δεκαετία του 2010 έναν δίσκο ορόσημο όπως το "Teen dream" , διαμόρφωσαν σταδιακά τη δική τους ταυτότητα , με μια μουσική που αξιοποιεί ευφυέστατα την παιδεία της Legrand , απόκοσμα φωνητικά της , την παραμόρφωση στις κιθάρες , τις κινηματογραφικές μελωδίες και τα στοιχειωμένα πλήκτρα . Χτίζοντας ,λοιπόν , το δικό τους μουσικό όνειρο , έφτασαν αισίως φέτος στην τέταρτη δουλειά τους με τίτλο "Depression cherry" ,έναν δίσκο που σηματοδοτεί την επιθυμία επιστροφής τους στο ύφος του "Teen dream" και σε περισσότερο νωχελικές και αισθαντικές αναπτύξεις των τραγουδιών τους . Και η αλήθεια είναι πως το πετυχαίνουν . To προηγούμενο άλμπουμ τους "Bloom" θυσιάζε κατά κάποιον τρόπο την ατμόσφαιρα στο βωμό ενός πιο άμεσου ηχητικού αποτελέσματος . Στο "Depression cherry" η μελωδία καθοδηγεί τα πάντα . Ακόμη και στις πιο ηλεκτρισμένες στιγμές ,όπως στο θαυμάσιο single "Sparks" . H μουσική χάνεται μέσα στην κοσμική ομορφιά , περιφέρεται σαν πυρωμένη αύρα , βυθίζεται στην κατάθλιψη κι αναδύεται σα δροσερό χάδι , συνομιλεί με τ' αγριολούλουδα ,ρίχνει το σπόρο του ανθρώπου στις παγωμένες επιφάνειες των άστρων , υπνοβατεί στο χτες και ξυπνά στο αύριο . Κι έτσι ένας ολάκερος κόσμος του ονείρου γίνεται όσο ποτέ άλλοτε χειροπιαστός .............

Κώστας  Τσιαχρής  


Κυριακή, 26 Ιουλίου 2015

Ευριπίδη "Μήδεια" Β στάσιμο Μετάφραση από τον Κώστα Τσιαχρή





Οι  έρωτες   που  χύνονται  με  δύναμη

στα  στήθια  των  ανθρώπων

δε  φέρνουν  όνομα  καλό  

μήτε  κι αξιοσύνη

Αν  όμως  μ’ απαλό  το  βήμα  της

περάσει  η  Αφροδίτη ,

δεν είναι   σαν κι αυτή

καμιά   θεά   χαριτωμένη

Ποτέ  σου  , δέσποινα ,  απάνω μου

μη  ρίξεις  μη

με  τα  χρυσά  σου τόξα

το  μοιραίο  βέλος

που  το’ χεις  μες  στον  πόθο

βουτηγμένο 



Δικός   μου έρωτας

ας  είναι  η  σωφροσύνη ,

το  πιο   ακριβό

απ’ τα δώρα  των  θεών

Μη  ρίξει  καταπάνω  μου  ποτέ 

η  τρομερή  Αφροδίτη την  οργή

που φέρνει  διχασμό  στα λόγια

και  την αχόρταγη  την  έριδα ,

ταράζοντας  με  το  κρεβάτι  άλλου

την  καρδιά  μου

Μα  να  τιμάει 

τ’ αντρόγυνα  

που  μένουν  φιλιωμένα

και  με το  κοφτερό  της το  μυαλό

τους  έρωτες  των  γυναικών

να κρίνει



Πατρίδα  μου  και  σπίτι  μου

ποτέ  να  μην  ξεριζωθώ    από   σας

περνώντας  τον  αδιάβατο  καιρό

της  ανημπόριας ,

που  είναι  ο  πιο φριχτός   απ’ τους  καημούς

Καλύτερα  ο  θάνατος  !

Ο  θάνατος   πιο  πριν

να  μου  περάσει  χαλινάρι

Την  ίδια  μέρα  να  χαθώ

Μαρτύριο   μεγαλύτερο  δεν  είναι

απ΄ το  να χάνεις  της  πατρίδας  σου

τη  γη



Τα  ξέρουμε , δεν  είναι  λόγια

που  μας  τα ‘παν  άλλοι

Πόλη  καμιά

κανένας  φίλος

δε θα  σου  σταθεί

που   δοκιμάζεις 

το   χειρότερο  απ’  τα  πάθια

Που  να  χαθεί

χωρίς  χαρές

όποιος  τους  φίλους  δεν τιμά

κι  άδολη  την καρδιά  του

δεν  ανοίγει

Ποτέ  δικός  μου  τέτοιος

φίλος 

Κώστας   Τσιαχρής   2015




Aπαγορεύεται  η  αναπαραγωγή   του  συνόλου  ή  τμημάτων  του  παρόντος  έργου με  οποιονδήποτε  τρόπο  και  η  μετάφρασή  του  ή διασκευή  του  ή  εκμετάλλευσή  του  με  οιονδήποτε  τρόπο  αναπαραγωγής  έργου   λόγου  ή τέχνης ,όπως  ορίζουν  οι διατάξεις  του  ν 2121/ 1993 και της   Διεθνούς  Σύμβασης  Βέρνης  Παρισιού ,η  οποία  κυρώθηκε  με  τον  ν  100/1975