Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Κώστας Τσιαχρής "Το Κατά ηδονήν Ευαγγέλιον"

Είμαστε  χώματα Βουλιάζουμε απ' το βάρος μιας  αράχνης Η αγωνία μας λιώνει  χιλιόμετρα μέσα  στο στήθος ώσπου ν' ακουμπ...

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2018

Κώστας Τσιαχρής "Το Κατά ηδονήν Ευαγγέλιον"





Είμαστε  χώματα
Βουλιάζουμε
απ' το βάρος μιας  αράχνης
Η αγωνία μας
λιώνει  χιλιόμετρα
μέσα  στο στήθος
ώσπου ν' ακουμπήσει 
μια   συγχώρεση

Για τα λάθη που πληρώθηκαν
σε λάθος  τόπο
Για τους  δεσμώτες 
που ξεκίνησαν την έξοδο
χωρίς μια συμφωνία κυρίων
για τα μετέπειτα
Για  το πάντοτε  και το ποτέ
Λες  κι όλα τα μελλούμενα
αφήνουν κατακάθι στο παρόν
Ότι απ' τον άνθρωπο
περισσεύει  πάντα 
ένα κομμάτι τέρας
Ότι από μόνη της
μια τέτοια  ηθική
γεννάει  ελπίδα

Άμποτε
να σηκωθεί  σαν ευαγγέλιο
Άμποτε 
ένα λουλουδάκι
τρίζοντας  τα δόντια
σε όσους πήραν για παράδεισο
τα δεκαπέντε εκατοστά
της ηδονής  τους  



Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Κώστας Τσιαχρής " Άνευ Νοήματος"




Οτιδήποτε ήταν περιττό 
στην πορεία  ξέφτισε
Έμεινε απλώς η θύμησή του  
μια ανεξήγητη  ροπή 
Σαν την πόλη που γυρνάει πλευρό 
μες στα μεσάνυχτα 
και χύνεται τσιμέντο στ' άστρα 

Εδώ είναι η συνοικία των ανθρώπων 
που λησμόνησαν  τον άνθρωπο
Το μεταλλείο που έσφιξε στον κόρφο 
τα μαλάματά  του 
και μαράθηκαν τα μπράτσα κι οι   λαιμοί 
των γυναικών  
Ο βαθύς λόγος που στάζει  πάνω στα ποιήματα
και τα πορώνει 
Όταν  βγαίνει το προσωπείο
δεν υπάρχει  καν   πρόσωπο  
Όλα  κρίνουν και τίποτε δεν κρίνεται 

Και κάποιοι σήκωσαν τον έρωτα
σα χάντρα στο   λαιμό
Ματιάστηκαν 
και τριγυρνάνε όλη μέρα 
μ'έναν  πονοκέφαλο στη μνήμη 

Και τι' ναι  αυτό που βγάζει τους κήπους 
απ' τα στήθη των ανθρώπων;
Τι λιπαίνει το χώμα το αγιάζει
του αντιγράφει σπόρους απ' το μέλλον; 

Ίσως  η στέρηση  αυτή 
δε θα' πρεπε ν' αγγίζει

Ίσως από τα περιττά 
να βγαίνει  ουσία  

Προπάντων ίσως φάνηκε 
το πώς στραβώνει  ο χρόνος 
την αλήθεια 





Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2018

Άννα Γρίβα "Η πνιγμένη"





Η πνιγμένη

Πατούσα επί υδάτων.
Κύριε, εσύ με κράταγες
να περπατώ στο κύμα;
Ή τα πουλιά με νήματα
μου δέναν τους αγκώνες
και με τραβούσαν απαλά
δίχως τα κόκαλα να σπάζουν;

Πατούσα επί υδάτων.
Κύριε, εσύ με κράταγες
να περπατώ στο κύμα;
Ή ο αφρός της θάλασσας
διαλέγει ακροβάτες;

Κύριε, μήπως ακόμη με κρατάς
σ’ ένα βυθό βαθύτερο
αληθινά δικό σου;
Εδώ αλάτι ο ουρανός
και άμμος κάθε δρόμος
ναυάγια εδώ οι φίλοι μου
και ψάρια τα παιδιά μου.
Κι αν θέλω πάλι να πνιγώ
δεν έχει άλλο πιο κάτω,
της γης το αίμα μόνο μένει,
εσύ αιώνια πληγή, Κύριέ μου


Αν  αυτό τώρα δεν είναι  ποίηση  διεισδυτική, λακτίζουσα  προς  κέντρα και   αναμοχλευτική  των  διεργασιών που  συντελούνται  στα  υπόγεια και στα υπέργεια της   ανθρώπινης οντότητας, πάνω και κάτω  και μέσα και έξω από μας, και  δίχως  το ελαφρυντικό της  άγνοιας  για τη διάταραξη  της κοινής  υπαρξιακής ανησυχίας, αν   δεν είναι  χρόνος   αποκοπής  από το  ήμερο   στο  ανήμερο, δρόμος  προς   την ανάσα, αδιέξοδο   πολλών ανοιχτών πληγών, τότε   ο  μόνος τρόπος, για να ξαναμιλήσουμε   τον εαυτό μας είναι  η  απόλυτη σιγή. Ας  μείνω,ωστόσο, "Επί των υδάτων" ..Με  έναν  τόνο  απορηματικό ή  μήπως  απολογητικό (;),μετά  το πάθος, και  έχοντας  επίγνωση  του  τιμήματος της   περιδιάβασης στο υγρό  στοιχείο, η αφηγήτρια  υψώνει   τα ερωτήματά  της  προς  το άυλο   και   βιώνει  ένα  είδος  μεταθανάτιας ή μετατραυματικής έκπληξης για  την  αναστολή του  θαύματος   και  τη μετάπτωση  του σε πνιγμό, είτε  κυριολεκτικό είτε μεταφορικό. Στην πρώτη περίπτωση, της  κυριολεξίας, ο πνιγμός ενώνει το μοιραίο σώμα  με την  υγρή  του μήτρα.Στη  δεύτερη, της  μεταφοράς,  αποκαλύπτει στην   πλανημένη  συνείδηση  την έκταση  ή  ίσως  και την ποίηση  που  μπορεί να κρύβει  ένα  προσωπικό ναυάγιο. Αλλά όποια  απόχρωση κι αν παίρνει τούτος ο ποιητικός μονόλογος, μεταδίδει  αβίαστα  τη  δραματική του υφή. Σε βαθμό που μου θύμισε  τις  αντίστοιχες  νεκρικές εξομολογήσεις  των ποιητικών ηρωίδων της  Ρίτας Μπούμη Παπά. 

Κώστας   Τσιαχρής


Τρίτη, 2 Ιανουαρίου 2018

Ο Κώστας Τσιαχρής επιλέγει 10 ξεχωριστές ποιητικές συλλογές ατό το 2017




  1. Γιάννης  Στίγκας       Εξυπερύ   σημαίνει  χάνομαι(Εκδόσεις  Μικρή Άρκτος)
        
  2. Γιώργος   Λίλλης     Ο  άνθρωπος   τανκ  (Εκδόσεις  Θράκα)
  3. Άννα  Γρίβα     Σκοτεινή  κλωστή   δεμένη (Εκδόσεις  Γαβριηλίδης)
  4. Πέτρος    Γκολίτσης   Σκάζοντας  κρέας (Εκδόσεις Θράκα)
  5. Βασίλης   Αμανατίδης    Εσύ:τα στοιχεία (Εκδόσεις  Νεφέλη)
  6. Γιάννης  Αντιόχου      Διάλυσις (Εκδόσεις Ίκαρος)
  7. Γιώργος   Βέλτσος   Αύγουστος (Εκδόσεις  Άγρα)
  8. Ζήσης   Αιναλής     Τα παραμύθια   της έρημος (Εκδόσεις  Κέδρος)
  9. Γιώργος   Γκανέλης   Υπό  το μηδέν (Εκδόσεις  Στοχαστής)                                
  10. Βασίλης   Ζηλάκος    Νερά  γελούνε    (Εκδόσεις  Σαιξπηρικόν)

Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

Οι Φιλολογικές Ματιές παρουσιάζουν τα 20 καλύτερα albums για το 2017















  1. Lorde    Melodrama 
  2. St   Vincent   Masseduction 
  3. Kendrick  Lamar    Damn.   
  4. Lcd Soundsystem   American  dream
  5. SZA           CTRL
  6. The   war on drugs   A deeper  understanding
  7. The   XX     I  see you
  8. Laura   Marling    Semper   Femina
  9. The   National   Sleep   well  beast
  10. Father  John Misty  Pure   Comedy
  11. Slowdive   Slowdive
  12. Fever  Ray   Plunge
  13. Arcade  Fire     Everything  now
  14. Sampha   Process
  15. U2   Songs of experience
  16. Julien  Baker   Turn  out  the lights
  17. Kelly Lee Owens   Kelly  Lee  Owens 
  18. Vince   Staples   Big fish theory
  19. Protomartyr Relatives  in descent
  20. Big  Thief      Capacity 















Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Ίβυκος Απ.286 Page Μεταφράζει ο Κώστας Τσιαχρής




ἦρι μὲν αἵ τε Κυδώνιαι
μηλίδες ἀρδόμεναι ῥοᾶν
ἐκ ποταμῶν, ἵνα παρθένων
κῆπος ἀκήρατος, αἵ τ᾽ οἰνανθίδες
αὐξόμεναι σκιεροῖσιν ὑφ᾽ ἕρνεσιν
οἰναρέοις θαλέθοισιν· ἐμοὶ δ᾽ ἔρος
οὐδεμίαν κατάκοιτος ὥραν.
‹ἀλλ’ ἅθ’› ὑπὸ στεροπᾶς φλέγων
Θρηίκιος Βορέας
ἀίσσων παρὰ Κύπριδος ἀζαλέ-
αις μανίαισιν ἐρεμνὸς ἀθαμβὴς
ἐγκρατέως πεδόθεν τινάσσει
ἡμετέρας φρένας.

Άνοιξη
Κι οι  κυδωνιές
ρουφάνε  αχόρταγες
τις   ρεματιές
Κι  εδώ  ένας κήπος κοριτσιών
ανέγγιχτος
Και  τ'αμπελάνθια
σήκωσαν  κορμί
φουντώνουν  κάτω απ' τη σκιά
που  ρίχνουν 
τα  παρθένα   κληματόφυλλα
Κι  εμένα  ο πόθος  μου
στιγμή δε λέει  λιπόθυμος
να πέσει
Φλογάτος απ'  τις  αστραπές
Ίδιος  Θρακιώτικος   Βοριάς
χιμάει  με  πύρινο
της  Κύπριδας γινάτι
Αθάμπωτος   βαθύ   σκοτάδι
Κρατερός 
Τινάζει   από τα θέμελά  της
την  καρδιά   μου

Κώστας   Τσιαχρής

Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017

Ζήσης Αϊναλής «Τα παραμύθια της έρημος»






Το να   επιχειρείς να δαμάσεις την παραίσθηση, να την υποτάξεις  και    να τη συντάξεις στις  αναλογίες του ποιητικού λόγου   συνιστά  απαιτητικό  επίτευγμα, εφάμιλλο της  προσπάθειας να εξηγήσεις με  λέξεις  τον έρωτα. Στο  τελευταίο του  ποιητικό  έργο, ο   Ζήσης  Αϊναλής  βάζει  στο  επίκεντρο  της δημιουργίας του την έρημο και  τις  οργανικές  και συγκινησιακές  επιπτώσεις   της  εκτενούς  παραμονής  σε  ένα τέτοιο  κολαστήριο της ανθρώπινης ψυχής, επιλέγοντας τη  γνώριμη  για αυτόν φόρμα της   εξομολογητικής  αφήγησης.  Πρωτογενές  υλικό του   ο ρευστός  και  πολύμορφος  κόσμος  του  μύθου,  από τον  οποίο ο  ποιητής   αποσπά στοιχεία  όπως  η ανατροπή  της έλλογης  τάξης, το  απροσδόκητο  και  η  αινιγματική   αναπαράσταση   των καταστάσεων . Κάτω από το πρίσμα αυτό, βάζει τη φαντασία  στην τροχιά  της  ανακάλυψης  συναισθημάτων  και νοημάτων, ακολουθώντας  επιδέξια αυτό που ο Νοβάλις γράφει στα  «Αποσπάσματα» του : Αν διαθέταμε   και μια  Φανταστική, όπως διαθέτουμε  μία Λογική, θα  ανακαλύπταμε την τέχνη να επινοούμε. Ο  μύθος, άλλωστε, αποτελεί  οικείο   πεδίο  έμπνευσης  και  ενσάρκωσης   του λογοτεχνικού οράματος  του  Αϊναλή.  Από τη «Σιωπή της Σίβας»  μέχρι τη «Μυθολογία»  και  τα  «Παραμύθια  της  Έρημος»  , η  μυθοπλασία  τον βοηθά  να συνθέτει  τα ποιήματά  του και να μεταφέρει  στο  συνεχές  παρόν  διαχρονικές  αγωνίες , τάσεις, σκέψεις, αναστολές και  επιθυμίες  του ανθρώπου.  Το γεγονός αυτό του  επιτρέπει να συγχωνεύει το πρωτόγονο με το  ευγενικό, το  αδιόρατο με το   απτό, το βίαιο με το στοχαστικό, το δαιμονικό με το αγγελικό.
    Τα «παραμύθια της έρημος»  είναι  η   περιδιάβαση  του  Αϊναλή στην  ερημία  της  εσωτερικής  του ζωής, στην «έσωθεν αποικία», όπως εκείνος  την αποκαλεί .Αλλά «όποιος μπορεί να φορτίζει την ερημία του» κατά  τον  Ελύτη «έχει ακόμη ανθρώπους μέσα του». Και  είναι  αλήθεια ότι  παρά  τη  σχεδόν  δαιμονική  ορμή  της εξομολόγησης , μετά την ανάγνωση απομένει  στο μυαλό το σχήμα, το άρωμα, η σπιρτάδα, ο αναστεναγμός του ανθρώπου. Έτσι, η έρημος  μεταβάλλεται  σε πεδίο μάχης   ανάμεσα στα  θηριώδη και στα λεπτά  ένστικτα  της ανθρώπινης φύσης, ένα  υπερβατικό δικαστήριο   στο  οποίο κρίνεται  το  παρελθόν και το μέλλον  μιας  ψυχής  που φλέγεται  από  υπαρξιακή  αγωνία.  Η έρημος  είναι  για τον Αϊναλή ο δικός του «κήπος με τις αυταπάτες» ,όπου η αφηγηματική φωνή δοκιμάζει να συμφιλιωθεί  με το θάνατό της , το νόημα να  συμβιβαστεί με την αποδόμησή  του  και   η ισορροπία να χωνέψει μέσα της  το χάος.
    Ολόκληρη  η συλλογή  αποτελεί  στην  πραγματικότητα ένα μεγάλο  συνθετικό  ποίημα  με  χαλαρή αφηγηματική πλοκή  και με δραματικά- σκηνικά  στοιχεία. Η εισαγωγή  γίνεται  με  ένα δρώμενο που  παραπέμπει  σε  κηδεία. Τα πάντα  είναι στη θέση τους : Η νεκροφόρα,  η  πομπή των θρηνούντων, το  κουφάρι , τα εργαλεία ταφής, ο ιερέας.  Από το δρώμενο  και τη βεβαιότητα όμως γρήγορα μεταπίπτουμε στην αμφιβολία και  στην απρόσμενη  αναφορά  περί  επανάληψης του θανάτου του ποιητικού υποκειμένου , η οποία  προσδίδει  στην εξομολόγηση  μία  ειρωνική  υφή . Ακολουθεί  το νόμισμα στα  δάχτυλα του νεκρού, η  συνειρμική  ταύτισή  του με τρύπα μέσα από την οποία  επιδιώκεται η  μετάβαση  στη σκοτεινή   πλευρά της  ύπαρξης , η βουτιά  στο  παραισθησιογόνο σύμπαν ενός  καθρέφτη , το κατρακύλισμα και στο τέλος  το σταμάτημα  στην έρημο. Κι εκεί ακριβώς  αρχίζει  να ανδρώνεται   με τρόπο  σταθερά εξελισσόμενο  η μεγάλη  παραίσθηση.  Οφείλω να παρατηρήσω εδώ ότι   η σύνθεση του έργου    δομείται  πάνω στο  σχήμα μιας  ανιούσας κλιμάκωσης στη συναισθηματική  ένταση. Από την  ηρεμία της  περιγραφικής  εξομολόγησης των πρώτων ποιημάτων  οδηγούμαστε  σε ένα  οργασμικό   κρεσέντο κατά  το οποίο η αφηγηματική   φωνή, μεταξύ  οράματος και  βιώματος και στο μέσο μιας  ασκητικής  παράκρουσης ,κραυγάζει   με  τρόπο επιληπτικό την απόγνωσή της  και  τάσσεται  ανυπεράσπιστη απέναντι  στους  δολερούς θησαυρούς   της ερήμου: την άμμο, τον ανελέητο ήλιο, τη δίψα, τα κόκκαλα, τις  απλησίαστες  οάσεις, την κουφόβραση, τη μοναξιά.
   Αλλά  εδώ ακριβώς έγκειται η  αρτιότητα της ποίησης  του  Αϊναλή. Γιατί  μπορεί και στέλνει τις λέξεις του να σκάψουν εκεί στους πυρήνες της απόγνωσης, χωρίς η σκέψη του ν’ αρπάζει πυρκαγιά, καθώς πλησιάζει απάνω στις καύτρες τους, αλλά   στέκεται ολόρθη και ικανή να πλάσει τέχνη και ν’ αποσβέσει από μέσα της την ένταση  και τις παρενέργειες του κακού. Έτσι, υψώνεται ως την καθαρότερη μορφή του ύφους. Ζυγίζει τον πόνο και την απάθεια με τα ίδια σταθμά και βγάζει από τον πόνο τρυφερά βλαστάρια κι απ’ την απάθεια σταλαγματιές τρικυμίας. Ζυμώνονται μέσα του  με δυνατές  γροθιές οι αισθήσεις αλλά  η συγκίνηση, που φουσκώνει σα ζυμάρι,  δεν υπερβαίνει ποτέ το ύψος της αρμονίας. Φαρδαίνει, ψηλώνει , αντριεύει, διογκώνεται,  επιμηκύνεται  και την ίδια στιγμή δουλεύουν υπόγεια οι μηχανισμοί της επαναφοράς στο σταθερό έδαφος της πραότητας, που επιτρέπει στον ποιητή να ελέγχει το ρήμα του και να μην το αφήνει να μεταπέσει στο φθηνό επίπεδο του εντυπωσιασμού.
     Και είδα. Είδα τη θάλασσα ν’ ανοίγει αστραπή κι ένιωσα μες στα σπλάχνα μου βαθιά τον ήχο της βροντής να τρίζει. Είδα την τρικυμία να’ ρχεται από παντού πολιορκημένοι κι άκουσα μες στα σπλάχνα μου να αντηχεί του κόρακα το ουρλιαχτό και να ξεσκίζει. Είδα  τον υετό να βιτσίζει τη θάλασσα ανελεήμονα κι άκουσα μες στα σπλάχνα μου ρωγμή τον κοπετό του βράχου. Είδα ν’ ανοίγουνε τα σύννεφα να κρύβονται του ουρανού τα πετεινά και μες στα σπλάχνα μου βαθιά ν’ αργοσαλεύουν κουρασμένα πανάρχαιοι Λεβιάθαν της θάλασσας μεγάλα κήτη τρομαγμένα.
    Υπάρχει βεβαίως   παντού η οσμή του θανάτου στα «Παραμύθια της  έρημος». Ακόμη και το απόσπασμα από το  Κατά  Ματθαίον Ευαγγέλιον, που τίθεται  ως προμετωπίδα  στο έργο, φαίνεται να απομένει ως μία  αρχική υπόσχεση ανάστασης  η οποία δεν εκπληρώνεται.  Παραφράζοντας  λίγο την  περίφημη   Ρωσίδα  ποιήτρια   Μαρίνα Τσβετάγιεβα,  φαίνεται λες και η πορεία της εξομολόγησης της αφηγηματικής  φωνής να  στιγματίζεται από τρεις φάσεις : την προαίσθηση  , την πράξη    και την ανάμνηση του θανάτου, όχι απαραίτητα με μία γραμμική συνέχεια, αλλά  με διαρκή  προβολή της μίας φάσης πάνω στην άλλη, ώσπου  να φτάσουμε  στην αναφώνηση του αδιεξόδου  από τον ίδιο τον αφηγητή «ο θάνατος άρχιζε εκεί όπου τέλειωνε»  ή  παραλλαγμένη  «η ζωή εξαντλούταν εκεί όπου άρχιζε». Είναι  συμβολικό μάλιστα το γεγονός ότι στο τέλος του έργου  με τρόπο εμφαντικό  εξυμνείται η σιωπή, η σιωπή των λέξεων ( o silencio das palavras), ως ένα είδος συμφιλίωσης  με το αδιέξοδο και  τον οργανικό ή και  εσωτερικό –τα δύο αυτά συγχέονται σκοπίμως μέσα στα ποιήματα- θάνατο.

    Ιδιαίτερη μνεία  θα πρέπει να  γίνει στο γεγονός ότι ο ποιητής αξιοποιεί  τη θρησκευτική συγγραφική παράδοση, και ιδιαίτερα  τους βίους των αγίων, τόσο  σε σημειολογικό  όσο και  σε  μετασημειολογικό  επίπεδο, για να μεταφέρει μέσα από τον  σκηνικό διάκοσμο της ερήμου τη  βιωμένη αμαρτία με τον  ανοικειωτικό  τρόπο της λογοτεχνίας . Πρότυπα  ασκητικών  βίων, όπως εκείνων  του πατέρα του μοναχισμού  Αγίου Αντωνίου, του Μακαρίου του  Αιγυπτίου  ή του Μακαρίου  από την Αλεξάνδρεια,  αλλά  και η πάλη του ίδιου του  Ιησού με τους τρεις, κατά  τις ευαγγελικές  περικοπές, πειρασμούς στην έρημο, φαίνεται ότι  επέδρασαν  καταλυτικά στη  σύλληψη  της ποιητικής  ιδέας και  ότι του προσέφεραν  το κατάλληλο  θεματικό αλλά  και εκφραστικό οπλοστάσιο, προκειμένου να  επενδύσει  τη μάχη του ανθρώπου ενάντια  στις  ενοχές  του με  ένα  διαχρονικό επίστρωμα. Αλλά   αυτή  η  διακειμενική  «συνομιλία»   σε καμία περίπτωση δε θολώνει  την καλλιτεχνική  ταυτότητά του ποιητή , καθώς  είναι  φανερό ότι το ποιητικό του ρήμα διατηρείται  ατόφιο και  φαίνεται να  υπακούει  σε αυτό που ο Βαλερύ  αποκαλεί «δοσμένοι στίχοι», υπό την έννοια ότι πηγάζουν αβίαστα  από το απομέσα  εγώ , τον βαθύτερο εαυτό του ποιητή, χωρίς  οποιαδήποτε  επιτήδευση.
Βγήκα ολόκληρος  και βάλθηκ’ αμέσως να πέφτω σαν σε γκρεμό ουρλιαχτό. Προσγειώθηκα άτσαλα πάνω στη άμμο της έρημος. Ο παγωμένος αέρας να παρασέρνει τούφες τούφες κάτι θάμνους ξερούς κι η σιωπή. Σηκώθηκα και τίναξα την άμμος από τα ρούχα μου. Κοίταξα για λίγο σαν χαμένος ολόγυρα. Άνθρακες ο θησαυρός και μαύρη η νύχτα. Πήρα να περπατάω μες στο σκοτάδι προς το ξημέρωμα τυλιγμένος τα χέρια μου. Με κόπο κόντρα στον άνεμο.
    Θα ήθελα ακόμη να μείνω στη    δύναμη  με την οποία στέκονται οι εικόνες στο λόγο του πλαταίνοντας την  αισθητηριακή   εμπειρία η οποία τις κρυστάλλωσε  και  τις έβαλε μέσα σε συγκεκριμένα λεκτικά  σχήματα .Οι εικόνες του δονούνται και σφύζουν από  περιγραφική δύναμη , χωρίς ωστόσο να  μετατρέπονται σε απλά συγκινησιακά  πυροτεχνήματα, αφού διαθέτουν την απαιτούμενη εσωτερικότητα. Υπό την έννοια  αυτή, ο  Αιναλής  συνδυάζει  τα χαρακτηριστικά  των δύο  βασικών τύπων συγγραφέα, όπως τους  παρουσιάζει   στο θεμελιώδες  για τα ζητήματα της λογοτεχνικής κριτικής έργο του «Το πρόβλημα του ύφους» ο  Ρεμύ  Ντε Γκουρμόν  :  του  οπτικού  και  του συγκινησιακού συγγραφέα.  Οι εικόνες του, δηλαδή, έχουν ως αφετηρία  όχι μόνο   τις εμπειρίες που συσσωρεύουν οι αισθήσεις πάνω στα  νευρικά κύτταρα , αλλά  και  εκείνες  που   καλουπώνονται στη βαθύτερη ρίζα της συγκίνησης, στο υποσυνείδητο,  και παίρνουν μερίδιο   από την  υπεραισθητική  του  δύναμη.
Στα μάτια μου ζάρωνε η ανάμνηση της φωτιάς και στο χέρι μου κρεμότανε βόνασος ο πέλεκυς του θανάτου βαρύς ένα τσιμέντο κρέας. Πού να πιάσει ρίζα στην άμμος; Το σήκωνες και μετεωριζότανε το στερέωμα. Τ’ ακούμπαγες σκουλήκι κανένα κι η αποσύνθεση δύσκολη αχρείαστο φύραμα. Γινόταν πέτρα το κορμί και άμμος θρύμματα. Γενειοφόρος ο άνεμος κουβαλούσε την τέφρα μου να χτίσω την πυραμίδα μου να στεγάσω το σπέρμα μου.
    Υφολογικά αλλά  και μορφικά , ο ποιητής επιλέγει  έναν τρόπο απόδοσης  της ποίησης που παραπέμπει στο πεζογράφημα. Διευρύνονται έτσι τα όρια αποτύπωσης της εμπειρίας σε έναν χώρο, που παρόλο που  ο Αϊναλής  τον κάνει να είναι πυκνός και αφαιρετικός, του  δίνει τη δυνατότητα  να εξασφαλίζει  ένα είδος  συνέχειας στην  ποιητική   σύλληψη . Και αν  ο στίχος, έστω  και συμβολικά, διακόπτει τη ροή της έκφρασης και  αναγκάζει γράφοντα και αναγνώστη να σταθούν για λίγο στην επικράτειά του και να  επιτύχουν ή να ερμηνεύσουν αντιστοίχως  την αυτονομία του μέσα στο όλο, στην περίπτωση του ποιήματος που δεν   έχει   απλώς πεζογραφική αναπαράσταση αλλά που  η δομή και η ανάπτυξή  του  ανακλά τις συμβάσεις του  πεζογραφήματος, κάτι τέτοιο ,κατά  έναν τρόπο, αίρεται και  η συγκίνηση γεννιέται μέσα  από την ανάγνωση του όλου.
   Ασφαλώς , τα   βασικά γνωρίσματα της ποιητικής του Αϊναλή   είναι παρόντα και εδώ: ο καταρρακτώδης  λόγος, η απομυθοποίηση  των αισχρών λέξεων, οι συντακτικές  ακροβασίες , η συνειρμική παράταξη των εικόνων, η βουή των συναισθημάτων που  θαρρείς ότι κονταροχτυπιούνται,  ο σκοτεινός λυρισμός, η ιδεαλιστική θεώρηση του κόσμου, η αισθητηριακή βίωση των συλλήψεων του νου. Επιπλέον, ο ποιητής αξιοποιεί  επιδέξια τα  αναγνωστικά του βιώματα και  αφομοιώνει τις  επιδράσεις  του γερμανικού  ρομαντισμού και τις  βιβλικές αναφορές, δείχνοντας ταυτόχρονα το  σεβασμό του   στο μεταφυσικό ποιητικό όραμα του Σολωμού και ατενίζοντας  τολμηρά  προς το υπερρεαλιστικό λογοτεχνικό σύμπαν.
    Εν τέλει, τα «Παραμύθια της Έρημος»  είναι  η απεικόνιση με λέξεις μιας συνειδητής καταβύθισης  του εγώ σε έναν υπόγειο χώρο, μία ποιητική σπουδή στο θάνατο, μέσα από τις ψευδαισθήσεις, τις στερήσεις, τις εξαρτήσεις, τις δίψες , τις απαντοχές , τις ματαιώσεις που γεννά η αυτοεξορία  στην έρημο.  Είναι μια ακόμη ισχυρή   επιβεβαίωση της κραυγάζουσας  επιθυμίας  της Τσβετάγιεβα «Γράψτε, γράψτε κι άλλο. Απαθανατίστε κάθε στιγμή, κάθε κίνηση, κάθε στεναγμό». Τα  «Παραμύθια  της Έρημος»  διδάσκουν    τρόπους ζωής  μέσα από την ερημιά.

Κώστας   Τσιαχρής